Παρασκευή, 25 Μαρτίου 2011

Η Δημοκρατική Αριστερά μπροστά στο Ιδρυτικό της Συνέδριο, ή αλλιώς: Το Μετέωρο Βήμα του Πελαργού ή Το Πέταγμα του Κύκνου;



του Θέμη Δημητρακόπουλου*

Σε μια εποχή σεισμικών και απρόβλεπτων αναδιατάξεων στο διεθνές γεωπολιτικό σκηνικό, με νέες δυσοίωνες απειλές στον πλανητικό ορίζοντα (κρίση με το κατεστραμμένο πυρηνικό εργοστάσιο στη Φουκουσίμα που ανοίγει ακόμη μια φορά τη συζήτηση για την πυρηνική ενέργεια αλλά και οι υπαρκτές πυρηνικές απειλές στη γειτονιά μας, το απαρχαιωμένο Κοζλοντούι, τα προγραμματισμένα πυρηνικά εργοστάσια στη Βουλγαρία, τη FYROM και την Τουρκία), σε μια εποχή βαθιάς και πολύπλευρης παγκόσμιας κρίσης που τη βιώνουμε με μεγαλύτερη ένταση στην Ελλάδα λόγω της ανικανότητας και της αδιαφορίας ενός διεφθαρμένου πελατειακού πολιτικού συστήματος να ενδιαφερθεί για οτιδήποτε πέραν της δικής του επιβίωσης και αναπαραγωγής, κρίσης που μας κατέστησε δέσμιους, για γενιές, ενός ασύμμετρου, κατά δικαίων και αδίκων, και οιονεί αποικιοκρατικού μνημόνιου, η Αριστερά –όπου υφίσταται με υπαρκτές, υπολογίσιμες δυνάμεις– μοιάζει αμήχανη και μετέωρη ανάμεσα στις ιδεολογικές και εν πολλοίς ματαιωμένες βεβαιότητες του χτες, τις δύσκολα διαχειρίσιμες προκλήσεις του σήμερα και την αδυναμία διατύπωσης και επεξεργασίας πειστικών, τεκμηριωμένων και ρεαλιστικών προτάσεων για το μέλλον που έρχεται καλπάζοντας.

Κι όμως, αυτό που συμβαίνει στις μέρες μας με την παλαιάς κοπής Αριστερά είναι, αν αναλογιστούμε τα υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένη και τα γερασμένα, σχεδόν αντιδραστικά, φορές-φορές, ανακλαστικά της, απόλυτα φυσικό! 
Σε έναν κόσμο που αλλάζει με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, ερήμην των ιδεολογιών και των ιδεοληψιών, σε ένα πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό Τοπίο στην Ομίχλη, αυτή η παραδοσιακή και παραδομένη στις φαντασιώσεις της Αριστερά φαντάζει ξεχασμένη στον κόσμο της, εγκλωβισμένη σε κοσμοθεωρίες και οράματα εντελώς αναντίστοιχα με τους καιρούς μας, υπνωτισμένη θαρρείς σε μια Αναπαράσταση του κόσμου που έχει περισσότερη σχέση με τις Μέρες του ’36 παρά με το 2011.  

Ειδικότερα στην Ελλάδα, ένα κομμάτι της, θεσμικής και μη, Αριστεράς δείχνει, στη μετά μνημόνιον εποχή, να βρίσκεται στον αυτόματο διακόπτη μιας οιονεί “επαναστατικής” ετοιμότητας, σε μια φάση διατεταγμένης, σχεδόν μεταφυσικής, “ανυπακοής”, ατελέσφορης και αδιέξοδης που ωστόσο ικανοποιεί απ’ ό,τι φαίνεται μια ιδιοκτησιακή εντέλει αντίληψη περί κοινωνικής εξέγερσης και ανατροπής του συστήματος, αντίληψη που εγκυμονεί άλλης τάξης κινδύνους (αλλά δεν είναι του παρόντος…).
 Όλη η Αριστερά; Όχι, ασφαλώς όχι. 
Γιατί υπάρχει σίγουρα ένα κομμάτι αριστερών πολιτών και πολιτικών –όχι κατ’ ανάγκην στοιχισμένων σε έναν συγκεκριμένο κομματικό φορέα– που διαισθάνεται τα διακυβεύματα, που οσφραίνεται τη γενικευμένη απαξίωση και τους αντιδημοκρατικούς κινδύνους που ελλοχεύουν, που αγωνιά για το επόμενο αβέβαιο βήμα.

Η Δημοκρατική Αριστερά, αν και δεν προέρχεται από παρθενογένεση, αν και κουβαλάει αναπόφευκτα τα βάρη και τα σημάδια της πολύχρονης διαδρομής του ιδρυτικού της πυρήνα στα δύσβατα Λιβάδια που δακρύζουν του πολύπαθου ελληνικού προοδευτικού κινήματος, αν και το φρέσκο πρόσωπό της, μολονότι πρόσωπο “πολιτικού βρέφους”, φέρει, κάποιες έστω, ρυτίδες από τις ιδεολογικές και άλλες ταλαιπωρίες του παρελθόντος, πρόσφατου και παλαιότερου, διαθέτει ωστόσο ένα μεγάλο και μοναδικό –αλλά άπαξ!– πλεονέκτημα: 
την αθωότητα του καινούργιου ξεκινήματος και την ενεργή (αλλά και την εν δυνάμει) συμπόρευση ενός σημαντικού αριθμού προσώπων που δεν συμμετείχαν στις πολιτικές, και σε μεγάλο βαθμό φατριαστικές, αντιπαραθέσεις που σπάραξαν την ελληνική μετα-κομμουνιστική Ανανεωτική Αριστερά τις τελευταίες δεκαετίες και τελικά την οδήγησαν στα πρόθυρα της κοινωνικής απαξίας, την αγωνία της κοινοβουλευτικής της εκπροσώπησης, το άγχος της πολιτικής της επιβίωσης.

Έχει, λοιπόν, η Δημοκρατική Αριστερά μια μεγάλη και ανεπανάληπτη, ίσως, ευκαιρία: να πραγματώσει με δική της πρωτοβουλία και απόλυτη ειλικρίνεια –και όχι ως άλλοθι των καιρών–, τη συνένωση των δύο μεγάλων πολιτικών ρευμάτων της εποχής μας, να πετύχει τη συμβολή των δύο ορμητικών ποταμιών της σύγχρονης και ουσιαστικής αμφισβήτησης του κυρίαρχου, πλανητικά, κοινωνικού και οικονομικού μοντέλου: της Ανανεωτικής, με ανοιχτούς ορίζοντες Αριστεράς, και της Πολιτικής και Κοινωνικής Οικολογίας. 
Μια σύνθεση που θα κυοφορήσει επιτέλους ό,τι δεν στάθηκε δυνατό να  επιτευχθεί πριν μερικά χρόνια στο χώρο του Συνασπισμού, ό,τι σπαταλιέται και ξορκίζεται από όσους αρέσκονται να βαυκαλίζονται “οικολογικά” με το τόσο βολικό όσο και πολιτικά αφασικό, “ούτε δεξιά, ούτε αριστερά”: την Πράσινη Αριστερά – όραμα και του Μιχάλη Παπαγιαννάκη, μεταξύ άλλων.

Από τις απαντήσεις που θα δώσει στο ιδρυτικό της Συνέδριο η Δημοκρατική Αριστερά, από το νόημα και το χρώμα με το οποίο θα ντύσει τις προτάσεις της, θα εξαρτηθεί αν το επόμενο βήμα της θα μείνει μετέωρο (όπως του πελαργού στη σημαδιακή ταινία του Θοδ. Αγγελόπουλου), αν το ταξίδι της προς το μέλλον θα παραμείνει ένα ακόμη ανεκπλήρωτο Ταξίδι στα Κύθηρα, ή αν θα δώσει το έναυσμα για νέες, πρωτόγνωρες πτήσεις στο προοδευτικό και οικολογικό στερέωμα του κόσμου μας όπως είναισήμερα, κι όχι όπως τον φαντασιωνόμαστε ή τον ορεγόμαστε – δίκην μετεφηβικών επαναστατικών ονειρώξεων. 
Αυτό το δύσκολο στοίχημα καλούνται να κερδίσουν τα μέλη και τα στελέχη της Δημοκρατικής, και όχι μόνο, Αριστεράς, όχι πλέον ως Θίασος μιας περιφερόμενης, αυτοθαυμαζόμενης αριστεροσύνης, όχι ως Κυνηγοί μιας χιμαιρικής ουτοπίας που το κυνήγι της κοστίζει περισσότερο απ’ όσα θα ξεπλήρωνε ποτέ, αλλά ως υπεύθυνη, δημιουργική και κυβερνητική Αριστερά, και πάνω απ’ όλα ως σημείο συμβολής των υπαρκτών και δυνητικών κοινωνικών δυνάμεων της Ανανεωτικής Αριστεράς και της Πολιτικής Οικολογίας, το γινόμενο των οποίων μας κάνει ετούτη την Πράσινη Αριστερά που θέλουμε να οικοδομήσουμε, με καινούργια υλικά και καινούργιους οικοδόμους: 
γιατί σήμερα, Αριστερά που δεν είναι Πράσινη είναι απλά αδιανόητη – 
όπως και η Οικολογία χωρίς ευκρινή πολιτική κατεύθυνση, χωρίς σταθερή προοδευτική πυξίδα, είναι σαν ένα πλεούμενο δίχως το αναγκαίο έρμα που θα του εξασφάλιζε τη στιβαρή και σταθερή πλεύση στους ταραγμένους ωκεανούς της οικονομικής αβεβαιότητας, της κοινωνικής αδικίας, των δικαιωμάτων υπό διωγμόν και της πλανητικής διακινδύνευσης της εποχής μας.    

Μένει να δούμε, λοιπόν, αν η Δημοκρατική Αριστερά θα βρει τη γενναιότητα και την αυταπάρνηση που απαιτούνται για να προβάλει σε μια απογοητευμένη και φοβισμένη κοινωνία ένακαινούργιο, αφτιασίδωτο πρόσωπο –που σημαίνει, εννοείται, καικαινούργια πρόσωπα–, για να κοιτάξει κατάματα, με το ανόθευτο Βλέμμα του Οδυσσέα, την πραγματικότητα, να προτάξει την ειλικρίνεια και την αυτοκριτική στη σχέση της με την κοινωνία, να αφουγκραστεί και να αναδείξει τη φωνή των μελών της αλλά και γενικότερα των κοινωνικών συλλογικοτήτων και κινημάτων με τα οποία οφείλει, αυτονόητα, να συμπορεύεται, να εμπιστευτεί κριτικά την επιστήμη και την τεχνολογία που αλλάζουν άρδην τον κόσμο μας και την καθημερινότητά μας, να δώσει λόγους και αφορμές στους νέους να ενδιαφερθούν για τα κοινά – για το άστυ και για το περιβάλλον, κοινωνικό και φυσικό. 
Κι όλα αυτά με τρόπο που να πραγματώνει, όσο το δυνατόν, τις θεμελιώδεις και στοιχειώδεις, στους καιρούς μας, αρχές της άμεσης δημοκρατίας: την εξουσία και τον έλεγχο των μελών στο κόμμα κι όχι το αντίθετο, την ανακλητότητα, τις περιορισμένες χρονικά θητείες σε κομματικές και πολιτικές θέσεις, τη διάχυση της ευθύνης και της συμμετοχής οριζόντια και όχι κάθετα
Κι όταν η Δημοκρατική Αριστερά καταφέρει να γίνει επιτέλους ένα αληθινό κόμμα των μελών, ένα ανθρώπινο μελίσσι δημιουργίας και παραγωγής πολιτικής και πολιτισμού, τονΜελισσοκόμο θα τον χρειάζεται ακριβώς για να εξασφαλίζει με τη διακριτική και διακριτή παρουσία του την αδιαπραγμάτευτη ελευθερία σκέψης και δράσης μες σε αυτή την πολύβουη, ολοζώντανη και πολυφωνική –αλλά όχι φάλτσα!– κυψέλη.

Αυτή η ευκαιρία, γιατί πιθανόν να μην υπάρξει άλλη, δεν πρέπει να σπαταληθεί: οι σύνεδροι ας έχουμε όλοι κατά νου ότι εκεί έξω κάποιοι, πολλοί, δεν νοιάζονται να ακούσουν και να δουν “μία απ’ τα ίδια”· 
περιμένουν αντίθετα, με δυσπιστία ίσως, αλλά και με κρυφή προσδοκία, το διαφορετικό που ευαγγελιζόμαστε: ένας ολόκληρος κόσμος περιμένει Μια αιωνιότητα και μια μέρα, να πάρει σάρκα και οστά μια Αριστερά Δημοκρατική και Οικολογική, μια Αριστερά αντάξια των κρίσιμων καιρών και των πλανητικών διακυβευμάτων, μια Αριστερά της δημιουργίας, της ευθύνης και της διακυβέρνησης. 


* Ο Θέμης Δημητρακόπουλος είναι μέλος της Πολιτικής Επιτροπής της Δημοκρατικής Αριστεράς, Συντονιστής του Τομέα Πράσινων Πολιτικών και Οικολογίας  
*Το Πέταγμα του Κύκνου (2010): ταινία του Ν. Τζίμα με ξεκάθαρο οικολογικό μήνυμα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...