Τρίτη, 19 Ιουλίου 2011

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΑΙΓΑΙΟ: η Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΔΝΤ και η καταστροφή μιας πανάρχαιας θάλασσας


του Γιάννη Καρρά*

Το σχέδιο της ΕΕ και του ΔΝΤ για τη «διάσωση» της Ελλάδας θα καταλήξει σε έναν άνευ προηγουμένου ανθρωπογενή περιβαλλοντικό όλεθρο. Η κατασκευαστική βιομηχανία είναι περιχαρής. Υπάρχει, άραγε, οποιαδήποτε εναλλακτική λύση για να μην καταστραφεί οριστικά το Αιγαίο;

Η συζήτηση γύρω από την οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση που μαστίζει την Ελλάδα παραβλέπει συνήθως το ρόλο της ΕΕ στην ανατροφοδότηση της κρίσης. Εκτός από τις παραμορφωτικές συνέπειες στην ανταγωνιστικότητα των περιφερειακών κρατών που επισπεύθηκαν λόγω της εισαγωγής του ευρώ και της επακόλουθης έλλειψης επαρκούς ελέγχου και διαχείρισης, οι άστοχες επιδοτήσεις της ΕΕ ήταν αυτές που κατέληξαν στον καταποντισμό της ανταγωνιστικότητας στους περισσότερους τομείς της ελληνικής οικονομίας και ήταν αυτές που επέτρεψαν, τελικά, τη δραματική διόγκωση του ελληνικού δημόσιου τομέα μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ανδρέα Παπανδρέου, το 1981.  

Ένα χτυπητό παράδειγμα των συνεπειών αυτών των λαθεμένων επιδοτήσεων είναι η διαμάχη, που διαρκεί ήδη πάνω από είκοσι χρόνια, σχετικά με την εκτροπή του ποταμού Αχελώου από τη Δυτική Ελλάδα στη Θεσσαλία – ζήτημα που στο παρόν στάδιο έχει παραπεμφθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Λουξεμβούργου. Ελληνικές ΜΚΟ που εναντιώνονται στο εν λόγω σχέδιο, ισχυρίζονται ότι η σχεδιαζόμενη εκτροπή, που έχει ήδη κοστίσει εκατομμύρια ευρώ, συντελείται χωρίς τις απαιτούμενες περιβαλλοντικές μελέτες σκοπιμότητας και συνεπώς αντιβαίνει την οδηγία της ΕΕ που απαγορεύει τη μεταφορά υδάτων χωρίς την προαπαιτούμενη δικαιολογητική ανάλυση. Όπως αναφέρει ο Oliver A. Houck στο πρόσφατο βιβλίο του Taking Back Eden (Island Press, 2010), το συνολικό κόστος της εκτροπής και των συναφών εργασιών έχει εκτιμηθεί μεταξύ 1,4-6,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, ανάλογα με το τι ακριβώς περιλαμβάνεται στους υπολογισμούς.    

Η ΕΕ δεν έχει συνεισφέρει οικονομικά στην εκτροπή του Αχελώου αυτή καθαυτή, όμως, ως μέρος του προγράμματος της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, επιδοτεί εδώ και χρόνια την παραγωγή βάμβακος στη Θεσσαλία, παραγωγή που απαιτεί υψηλή κατανάλωση νερού. Τα αρτεσιανά φρέατα και οι άλλες υδάτινες πηγές έχουν πλέον εξαντληθεί σχεδόν ολοκληρωτικά, αλλά αντί να χρηματοδοτήσει τη μετάβαση σε εναλλακτικές μορφές αγροτικής παραγωγής, η ελληνική κυβέρνηση επιμένει ότι η εκτροπή πρέπει να προχωρήσει. Ωστόσο αυτοί που θα επωφεληθούν κυρίως δεν είναι οι αγρότες της Θεσσαλίας, μιας και οι ευρωπαϊκές επιδοτήσεις για το βαμβάκι βαίνουν ολοένα μειούμενες, αλλά οι βουλευτές Θεσσαλίας και τα κόμματά τους, αφού εμφανίζονται ότι διαμεσολαβούν για να κερδηθεί η επικουρία της ΕΕ. Αλλά πάνω απ’ όλα, αυτές που θα αποκομίσουν τεράστια κέρδη είναι οι κατασκευαστικές εταιρείες που με τη σειρά τους «λαδώνουν» το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα. Κι υπάρχουν πολλά παρόμοια παραδείγματα.

Για τους λόγους που εκθέτει ο Διονύσης Γ. Δημητρακόπουλος (Greeces exit from the Eurozone a poisoned chalice, Open Democracy, 28 Ιουνίου 2011), το ελληνικό κοινοβούλιο ίσως και να δικαιολογείται για την υπερψήφιση του δεύτερου Μνημονίου («Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο»), όπως άλλωστε ήταν η απαίτηση της ΕΕ και του ΔΝΤ. Όπως το έθεσε και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γ. Προβόπουλος, το αντίθετο θα ήταν «ψήφος αυτοκτονίας». Ωστόσο αυτή η καταναγκαστική ψήφος, αφήνει περισσότερες ερωτήσεις αναπάντητες παρά δίνει απαντήσεις. Για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της ΕΕ και του ΔΝΤ, η Ελλάδα οφείλει να αντλήσει 50 εκατομμύρια ευρώ από τις ιδιωτικοποιήσεις δημόσιας περιουσίας. Αλλά όπως καταδεικνύει ένα άρθρο των Financial TimesGreece facesfire saleshortfall», βασισμένο σε έρευνα του Privatisation Barometer), η αξία του ενεργητικού που μπορεί να πωλήσει άμεσα η Ελλάδα ανέρχεται σε μόλις 13 δις ευρώ. Το έλλειμμα πρέπει, λοιπόν, να καλυφθεί από την πώληση δημόσιας γης. Πιο συγκεκριμένα, η Ελλάδα οφείλει να προσθέσει «περισσότερα “φιλέτα” δημόσιας γης και πολιτιστικής κληρονομιάς στον κατάλογο των πωλήσεων». Με άλλα λόγια, η ΕΕ και το ΔΝΤ ζητούν να πωληθούν παράλιες γαίες του Αιγαίου σε μια άνευ προηγουμένου κλίμακα. Πρόκειται για κανονικό ξεπούλημα, σε τιμές που θα αναλογούν σε ένα ελάχιστο κλάσμα της πραγματικής αξίας των συγκεκριμένων γαιών. Και το τίμημα που θα εισπραχθεί θα χρησιμοποιηθεί για τη μείωση του ρυθμού αύξησης του ελληνικού χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ. Από τη στιγμή που αυτές οι γαίες θα πουληθούν και θα οικοδομηθούν, η φύση του Αιγαίου θα αλλάξει μια για πάντα.   

Πώς όμως μια παρόμοια πολιτική θα βοηθήσει την Ελλάδα; Βραχυπρόθεσμα, θα επιτρέψει στη χώρα να πορευθεί για λίγο καιρό ακόμη. Το ΔΝΤ  θα παραχωρήσει τα 12 εκατομμύρια ευρώ της επόμενης δανειακής δόσης και θα αποφευχθεί η χρεοκοπία τον Ιούλιο. Μεσοπρόθεσμα, όμως, τα οφέλη αυτής της πολιτικής είναι, το λιγότερο, αμφιλεγόμενα. Η οικοδόμηση πιθανόν να προσφέρει μια ώθηση στην οικονομία, ωστόσο –όπως φανερώνει η περίπτωση της Ισπανίας όπου παραμένουν απούλητα 700.000 «εξοχικά» ακίνητα– κανείς δεν εγγυάται ότι θα υπάρξει επαρκής ζήτηση γι’ αυτή την καινούργια αγορά δεύτερης κατοικίας. Ακόμη περισσότερο, δεν χρειάζεται καν να σχολιάσουμε τις επιπτώσεις αυτών των κατασκευών στη χρήση του νερού, σε μια περιοχή η οποία ήδη δοκιμάζεται από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.

Ακριβώς επειδή η ευρύτατη περιβαλλοντική καταστροφή και η οικοδόμηση «φιλέτων» δημόσιας γης και τοποθεσιών πολιτιστικής κληρονομιάς ήταν μια πολιτική που κυριάρχησε την εποχή της στρατιωτικής χούντας (1967-1974), το άρθρο 24 του ελληνικού δημοκρατικού Συντάγματος προστατεύει ρητά το περιβάλλον. Αν και η παράνομη οικοδόμηση δεν σταμάτησε ποτέ να επεκτείνεται λόγω της έλλειψης ενός έγκυρου κτηματολογίου, ένα από τα αποτελέσματα αυτού του άρθρου του Συντάγματος είναι ότι η Ελλάδα, σήμερα, προσελκύει υψηλής ποιότητας τουρισμό στα νησιά της (αντίθετα με τις πόλεις όπου η καταστροφή της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς είναι πολύ πιο εκτεταμένη). Πράγματι, είναι αξιοσημείωτο ότι παρά την παράλυση της Αθήνας, οι νησιωτικές περιοχές του Αιγαίου δεν έχουν, προς το παρόν, επηρεασθεί σημαντικά. Αντί να ταξιδεύουν μέσω Αθηνών, οι τουρίστες προσγειώνονται απευθείας στην Κρήτη, τη Ρόδο και τα άλλα νησιά, εξασφαλίζοντας την ανάπτυξη του τουριστικού τομέα της ελληνικής οικονομίας (η αύξηση των αφίξεων τουριστών εκτιμάται περί το 10% για το 2011). Επομένως, η περαιτέρω οικοδόμηση του Αιγαίου δεν πρόκειται να κάνει περισσότερο παραγωγική την ελληνική οικονομία. Στην πραγματικότητα, θα έχει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα! Γιατί καταστρέφοντας το περιβάλλον, θα εξουδετερώσει μια από τις ελάχιστες πηγές παραγωγικότητας, όπου μέχρι τώρα η Ελλάδα βασιζόταν για να προσελκύει υψηλής ποιότητας τουρισμό. Και αντί για τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις που τόσο έχει ανάγκη το ελληνικό κράτος, η ΕΕ και το ΔΝΤ μοιάζουν σαν να θέλουν να υπονομεύσουν ακόμη και αυτούς τους τομείς της ελληνικής οικονομίας που ακόμη δουλεύουν και αποδίδουν.  

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα γίνουν διάφορες απόπειρες για την παράκαμψη των εμποδίων που θέτει το ελληνικό Σύνταγμα: δίκην ξαναγραψίματος του Συντάγματος, οι γαίες π.χ. θα δοθούν με χρονο-εκμίσθωση (λίζινγκ) αντί να πωληθούν. Είναι ωστόσο σίγουρο ότι παρόμοιες αποφάσεις θα προσβληθούν ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας. Αλλά δεν πρέπει να θεωρείται κάτι το αδιανόητο η καταστρατήγηση του νόμου: οι πιέσεις στο ελληνικό κράτος και στους δικαστές θα είναι τρομακτικές. Είναι καθησυχαστικό ότι οι ελληνικές ΜΚΟ και η κοινωνία των πολιτών (για παράδειγμα, το πρόγραμμα Αειφόρο Αιγαίο, της Ελληνικής Εταιρείας Περιβάλλοντος και Πολιτισμού) ανεβάζουν ταχύτητες στην προετοιμασία για τη μάχη ενάντια σε αυτή την απόπειρα της ΕΕ και του ΔΝΤ να υπονομεύσουν το νόμο προς ζημία του ελληνικού ή, πιο σωστά, του ευρωπαϊκού περιβάλλοντος.

Εν κατακλείδι, οι πολιτικές της ΕΕ και του ΔΝΤ για πώληση και οικοδόμηση του Αιγαίου συνιστούν μια μορφή αποικιοκρατίας: πρωταρχικής σπουδαιότητας πόροι (γη, εν προκειμένω), υφαρπάζονται προς όφελος ξένων συμφερόντων τα οποία υπηρετεί μια εντελώς διεφθαρμένη τάξη «υπηρετών του δημοσίου». Ο Στέφανος Μάνος, πρώην υπουργός Οικονομικών που χαίρει εκτίμησης στους επιχειρηματικούς κύκλους, και ηγέτης του νεοφιλελεύθερου κόμματος Δράση, εξέδωσε μια ανακοίνωση όπου καταδικάζει τη συγκεκριμένη πολιτική ως «επιστροφή στην πολεοδομία της χούντας». Αντί να λύσουν τα προβλήματα του διεφθαρμένου ελληνικού κράτους, η ΕΕ και το ΔΝΤ μοιάζουν να έχουν για σκοπό τους την εξυπηρέτηση του κατασκευαστικού τομέα και των παρατρεχάμενών του – με άλλα λόγια, μοιάζουν να ευεργετούν αυτούς ακριβώς τους τομείς που φέρουν τη μεγαλύτερη ευθύνη για την πολιτική, οικονομική και περιβαλλοντική κρίση που αντιμετωπίζει η Ελλάδα σήμερα.

Η ειρωνεία είναι ότι ο πρωθυπουργός, Γιώργος Παπανδρέου, ανεξάρτητα από τα οποιαδήποτε άλλα λάθη του, είχε σταθεί, μέχρι τώρα, πιστός στη δέσμευσή του για την προστασία του περιβάλλοντος, δημιουργώντας ένα Υπουργείο Περιβάλλοντος και προωθώντας γνωστούς περιβαλλοντικούς ακτιβιστές μέσα στο κόμμα του, ακόμη και με κάποιο προσωπικό πολιτικό κόστος (Anthony Barnett και Mary Kaldor, Can Greece Lead the Way?, Open Democracy, 9 Νοεμβρίου 2009). Τώρα ωστόσο εξαναγκάζεται από την ΕΕ και το ΔΝΤ να επωμιστεί την ευθύνη για τη χειρότερη ανθρωπογενή καταστροφή στην ιστορία του Αιγαίου πελάγους.

Πιθανόν η κυβέρνηση να είχε δίκιο, απ’ την πλευρά της, για την υπερψήφιση του δεύτερου Μνημονίου («Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου»).  Όμως τώρα έχει καθήκον απέναντι στις μελλοντικές γενιές Ελλήνων, αλλά στην πραγματικότητα απέναντι στην ίδια την ανθρωπότητα, να εξασφαλίσει ότι οι προβλέψεις του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου σε ό,τι αφορά την πώληση δημόσιας γης σε κατασκευαστικές εταιρείες δεν θα υλοποιηθούν. Το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να καθυστερήσει την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων γαιών όσο το δυνατόν περισσότερο, να εντείνει τις προσπάθειες για την επίτευξη ενός πρωτογενούς πλεονάσματος εντός του 2012, κι έπειτα να σχεδιάσει τη χρεοκοπία της Ελλάδας με τη δική της συμφωνία.
Οι λαοί της Ευρώπης δεν αξίζουν τίποτα το λιγότερο απ’ αυτό.


*Ο Γιάννης Καρράς είναι ιστορικός της οικονομίας και της κοινωνίας των Βαλκανίων και της Ρωσίας του 18ου αιώνα. Συμμετέχει ενεργά σε ελληνικές ΜΚΟ και ήταν υποψήφιος για το κοινοβούλιο στην Α΄Αθήνας με τους Οικολόγους-Πράσινους. 


Πέμπτη, 7 Ιουλίου 2011

Τρεις παλιές ιδέες (και μια ακόμη)


Τρεις παλιές ιδέες
του Θανάση Πολλάτου

Με αφορμή την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου προγράμματος και των περικοπών των εισοδημάτων που περιλαμβάνει, αλλά και της ανοικτής συζήτησης στους κόλπους της έλλογης αριστεράς περί της ανάγκαιότητας μιας δίκαιης λιτότητας (εδώ κι εδώ), ας θυμηθούμε τρεις παλιές ιδέες της πολιτικής οικολογίας που οριοθετούν έναν νέο τρόπο ζωής μακριά από το καταναλωτικό πρότυπο. Ισχυρίζομαι ότι οι ιδέες αυτές που υιοθετούνται και από τους θεωρητικούς της αποανάπτυξης, όπως ο Σερζ Λατούς, ο Πωλ Αριές κ.ά., μπορούν να δώσουν θετικό περιεχόμενο στον υποχρεωτικό αναπροσανατολισμό με τον οποίο θα βρεθεί αντιμέτωπη η ελληνική κοινωνία.

1) Εθελούσια απλότητα: να μάθουμε να είμαστε ευτυχισμένοι καταναλώνοντας λιγότερα. Αν δεχθούμε μάλιστα πως η καταναλωτική κοινωνία και η κοινωνία του θεάματος ευθύνονται για την κατασκευή του ιδιώτη καταναλωτή που δεν ενδιαφέρεται για να κοινά, παρά μόνο για την αύξηση της κατανάλωσης και τα ιδιωτικά του μικροσυμφέροντα, μια πιθανή και αναγκαία αναγέννηση της δημόσιας σφαίρας μπορεί να περνάει μόνο μέσα από την δημιουργία ενός νέου τύπου ανθρώπου. Ο μύθος της ανάπτυξης που εξέθρεψε το αμερικάνικο και ευρωπαϊκό όνειρο από το τέλος του Β’ Π.Π. μέχρι σήμερα έχει τελειώσει. Και επειδή είναι λογικά αδύνατο να απομυζούμε απεριόριστα έναν πλανήτη που έχει όρια, εκτός αν τον καταστρέψουμε εξαφανίζοντας κάθε ίχνος ζωής πάνω του, οφείλουμε να επαναδιαπραγματευτούμε τις βεβαιότητές μας. Θα μας κατηγορήσει κάποιος: προτάσσοντας την εθελούσια απλότητα γίνεστε το δεκανίκι της κυβέρνησης και του νεοφιλελευθερισμού που επιβάλλει διαρκώς μέτρα λιτότητας ξεζουμίζοντας τους πιο φτωχούς. Βρισκόμαστε ήδη στον 21ο αιώνα και ο παλαιοκομμουνιστικός λόγος είναι ταυτοχρόνως πασέ και ανεδαφικός. Ο καπιταλισμός εδώ και 60 τουλάχιστον χρόνια βασίζεται στην αυξανόμενη ιδιωτική κατανάλωση της πρώην εργατικής τάξης που έχει αναβαθμιστεί σε μεσαία τάξη με μικροαστική κουλτούρα. Αυτοί, λοιπόν, που στηρίζουν το καπιταλιστικό σύστημα είναι αυτοί που καταναλώνουν διαρκώς, αυτοί που καταναλώνουν πολύ παραπάνω απ’ όσο παράγουν συμμετέχοντας ανερυθρίαστα στη διεθνή και εγχώρια οικονομική φούσκα. Στην ελληνική περίπτωση η οικονομία-φούσκα περιλαμβάνει ταυτοχρόνως κράτος, ιδιώτες και νοικοκυριά που απολαμβάνουν εδώ και χρόνια το αμερικανικό τους όνειρο παίρνοντας δάνεια που δε μπορούν να ξεπληρώσουν, φορτώνοντας πιστωτικές, κλέβοντας απ’ όπου μπορούν, κατασκευάζοντας του δικούς τους μύθους μέθεξης στη γκλαμουριά του λάιφ στάιλ, της Γιουροβίσιον, του Γιούρο, στον αθλητισμό της ντόπας και της εθνικής υπερηφάνειας κ.λπ. Επιπλέον, όπως και για όλο το δυτικό κόσμο, έτσι και για τον περί ου ο λόγος φτωχό συγγενή, πρέπει να αναγνωρίσουμε πως η υλική ευμάρεια των τελευταίων δεκαετιών οφείλεται στην εκμετάλλευση ανθρώπινων και φυσικών πόρων. Το φτιαγμένο στην Κίνα ρούχο που αγοράζουμε και συσσωρεύουμε στις ασφυκτιούσες ντουλάπες μας είναι οικονομικά προσιτό για μας επειδή ένας κινέζος εργάτης εξαθλιώνεται. Ο ταχείας κυκλοφορίας αυτοκινητόδρομός μας και το ολυμπιακό μας έργο χτίστηκε χάρη στον μετανάστη που δούλεψε με χαμηλό ημερομίσθιο, συχνά χωρίς δικαιώματα, σε καθεστώς εργοδοτικής τρομοκρατίας. Όσοι, λοιπόν, υποστηρίζουν φωνασκώντας τη μεσαία τάξη στις αγανακτισμένες πλατείες έχουν ταξικά συμφέροντα: θέλουν να συνεχίσουν να εκμεταλλεύονται τους φτωχότερους για να ζουν το καταναλωτικό τους παραμύθι. Κι όλα αυτά γιατί καμία πλατεία δεν αγανάκτησε για την εξαθλίωση των μεταναστών στο κέντρο της πόλης, καμία πλατεία δεν αγανάκτησε για την πραγματική πείνα και εξαθλίωση όσων συντηρούν με την εργασία τους την καταναλωτική μας μανία, καμία πλατεία δεν αναρωτήθηκε για τη ζωή κάποιας Κούνεβα που καθαρίζει τους συρμούς του μετρό μας. Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι, λοιπόν. Μια κοινωνικά δίκαιη πολιτική πρέπει να φορολογεί τη μεσαία τάξη, πρέπει να φορολογεί και την ανώτερη για να προστατεύει μέσω των υποδομών του κοινωνικού κράτους τους ασθενέστερους. Η μεσαία τάξη δε δικαιούται να φωνασκεί για τη φορολόγησή της ούτε να παριστάνει την εξαθλιωμένη αξιώνοντας να πληρώσουν κάποιοι άλλοι αντί αυτής. Κατά τ’ άλλα, τα καταναλωτικά δάνεια, τα ταξιδάκια σε εξωτικούς προορισμούς και ο καταναλωτικός μεγαλοϊδεατισμός μάς τελείωσαν. Δε θα αλλάζουμε το κινητό μας τηλέφωνο κάθε τρεις μήνες, δε θα αγοράσουμε άλλες πλάσμα τηλεοράσεις, δε θα πάρουμε άλλες μπεμβέ, δε θα πληρώνουμε εκατοντάδες ευρώ στα μπουζούκια. Όσο συντομότερα το συνειδητοποιήσουμε, τόσο το καλύτερο. Θα συμβεί εκ των πραγμάτων αυτό που θα θέλαμε να είχε συμβεί από επιλογή: να ζούμε καλύτερα με λιγότερα. Θα ζούμε πράγματι καλύτερα; Θα πρέπει να μάθουμε να ζούμε καλύτερα, θα πρέπει έστω κατόπιν εορτής, να αναλογιστούμε ότι υπάρχουν σημαντικότερα πράγματα από την κατανάλωση, να ξαναβρούμε αυτά που χάσαμε μέσα στο καταναλωτικό πανηγύρι που παρήγαγε μονάχα εγωπαθή κυνισμό και ατομικιστικές εμμονές. Να ανακαλύψουμε ξανά την αξία της αλληλεγγύης, των ανθρώπινων σχέσεων, της φιλίας, της αγάπης, της ανιδιοτελούς προσφοράς.

2) Ελάχιστο εγγυημένο άνευ όρων εισόδημα για όλους. Το πραγματικό πρόβλημα σε μια κοινωνία αλληλεγγύης δεν είναι η δυνατότητα των μεσαίων στρωμάτων να καταναλώνουν, αλλά η εξάλειψη της πραγματικής φτώχειας των πιο αδύναμων. Για το λόγο αυτό η θεσμοθέτηση πλαφόν ανώτατου μισθού (ας πούμε 2000 ευρώ) για τους υπαλλήλους και τους λειτουργούς του δημοσίου για παράδειγμα -όπως και μια σειρά άλλων μέτρων που θα φορολογούν άμεσα και αναλογικά με βάση το εισόδημα- θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει μια κοινωνική δαπάνη που θα εξασφάλιζε μια αξιοπρεπή διαβίωση για τους ασθενέστερους. Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, το οποίο στην περίπτωσή μας και μέσα στη λογική της εθελούσιας απλότητας θα έφτανε στο ύψος των, ας πούμε, 400-500 ευρώ προσαυξανόμενο πιθανόν από ένα επίδομα κατοικίας, ας πούμε 150 ευρώ, θα μπορούσε σε συνδυασμό με τις υποδομές ενός κοινωνικού κράτους (δωρεάν παροχές υγείας, εκπαίδευσης κ.λπ.) να εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή ζωή για όλους. Ο Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, μάλιστα, προτείνει τη θεσμοθέτηση ενός ελάχιστου κοινωνικού εισοδήματος σε ευρωπαϊκό επίπεδο, κάτι που προϋποθέτει, φυσικά, περαιτέρω βήματα προς την πολιτική ένωση της Ευρώπης.

3) Μείωση των ωρών εργασίας. Η εργασία ως υποχρεωτική ενασχόληση που μας παρέχει τη δυνατότητα να καταναλώνουμε απεριόριστα πρέπει να αποδομηθεί προς την κατεύθυνση της δημιουργίας μια κοινωνίας του ελεύθερου χρόνου. Η μείωση των ωρών εργασίας θα μας εξασφαλίσει ελεύθερο χρόνο για να ασχοληθούμε με την προσωπική μας ζωή, με τα παιδιά μας, με την πολιτική, με κάθε προσφιλή απασχόληση που μας ξεκουράζει, μας κάνει να αισθανόμαστε δημιουργικοί και μας ισορροπεί. Για ποιό λόγο, άλλωστε, να δουλεύουμε τόσες ώρες και να αναθέτουμε επί πληρωμή στους «ειδικούς» ενασχολήσεις που μας αναλογούν; Θα μπορούσαμε να διαβάζουμε οι ίδιοι τα παιδιά μας και όχι τα φροντιστήρια, θα μπορούσαμε να μαγειρεύουμε οι ίδιοι το φαγητό μας και όχι να το παραγγέλνουμε, θα μπορούσαμε να καθαρίζουμε οι ίδιοι το σπίτι και την πολυκατοικία μας, θα μπορούσαμε να φροντίζουμε οι ίδιοι τον κήπο μας, να μαστορεύουμε, ακόμα και να παράγουμε στο σπίτι με οικολογικό και οικονομικό τρόπο σχεδόν τα πάντα: γλυκά, σαπούνια, απορρυπαντικά, ρούχα, όπως έκαναν περίπου οι γιαγιάδες μας. Αντ’ αυτών εξοντωνόμαστε καθημερινά σε μια μονοδιάστατη, πολύωρη και βαρετή εργασία που μας δίνει λεφτά για να πληρώνουμε κάποιους να κάνουν αυτά που δεν προλαβαίνουμε να κάνουμε. Επιπλέον, η μείωση του χρόνου εργασίας, με τη συνακόλουθη αναλογική μείωση του μισθού, συνιστά μια απαραίτητη σε καιρούς ανεργίας αναδιανομή των ωρών εργασίας. Γιατί να έχεις έναν εργαζόμενο που δουλεύει 10 ώρες τη μέρα και παίρνει 2000 ευρώ και έναν άνεργο που παίρνει 400 ευρώ επιβαρύνοντας τον ήδη επιβαρημένο κρατικό προϋπολογισμό και να μην έχεις δύο εργαζομένους που δουλεύουν 5 ώρες και παίρνουν από 1000 ευρώ; Είναι δε στατιστικά αποδεδειγμένο ότι η μείωση του χρόνου εργασίας αυξάνει την παραγωγικότητα καθώς ένας ξεκούραστος εργαζόμενος αποδίδει περισσότερο και η μονοτονία της εργασίας του περιορίζεται ευεργετικά αυξάνοντας επίσης την απόδοσή του.

Διαβάστε:
Αντρέ Γκορζ, Η αθλιότητα του σήμερα και οι προοπτικές του αύριο, μτφρ. Α. Βερυκοκάκη, εκδ. Λιβάνη
Αντρέ Γκορζ, Οι δρόμοι του παραδείσου, μτφρ. Χρ. Σταματοπούλου, Εναλλακτικές Εκδόσεις
Αντρέ Γκορζ, Καπιταλισμός, σοσιαλισμός, οικολογία, μτφρ. Στ. Μπάλιας, Εναλλακτικές Εκδόσεις
Μισέλ Μποσκέ (Αντρέ Γκορζ), Οικολογία και πολιτική, μτφρ. Α. Ξανθάκη, εκδ. Λιβάνη
Ντανιέλ Κον-Μπεντίτ, Τι να κάνουμε;, μτφρ. Μ. Γκουρτσογιάννη, εκδ. Κέδρος
Σερζ Λατούς, Το στοίχημα της αποανάπτυξης, μτφρ. Χρ. Σαρίκα, εκδ. Βάνιας
Εντγκάρ Μορέν, Αφήνοντας τον 21ο αιώνα, μτφρ. Α. Φιλιππάτου, εκδ. Ροές
Edgar Morin, La voie, ed. Fayard
Πιέρ Σάμουελ, Οικολογικό μανιφέστο, μτφρ Δ. Βεργίδη, εκδ. Ανδρομέδα (εδώ)
Τέος Ρόμβος, Ο δεκάλογος του λιτοδίαιτου, protagon.gr (εδώ)
Γιώργος Καλλής, Μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα χωρίς να χρειάζεται να παράγουμε ή να καταναλώνουμε όλο και περισσότερο; (εδώ)
περιοδικό Μάγμα, τ. 4, Ιούνιος 2009 

Και μια ακόμη
Συμφωνόντας με τις παραπάνω ιδέες του Θ. Πολλάτου, θεωρώ απαραίτητο συμπλήρωμα και την επόμενη:

4) Αναδιάρθρωση της εξυπηρέτησης του χρέους των ιδιωτών στις τράπεζες, από δάνεια κατοικίας και καταναλωτικά δάνεια.
Καλώς ή κακώς, οι εργαζόμενοι, είτε στον δημόσιο είτε στον ιδιωτικό τομέα, βαρύνονται με δάνεια που καλούνται να αποπληρώσουν με τους παλιούς όρους, δηλαδή εκείνους προ κρίσης. Η μείωση του εισοδήματος όμως κάνει κάτι τέτοιο αδύνατο. Για να μπορέσουν λοιπόν να εφαρμοστούν οι τρεις παραπάνω ιδέες και να αλλάξει προς το οικολογικότερο η νοοτροπία μας, θα πρέπει να μειωθούν και οι δόσεις των δανείων αντιστοίχως με την μείωση των εισοδημάτων και προφανώς με χρονική επιμήκυνση στην αποπληρωμή. Μόνο έτσι μπορεί να ισορροπήσει το σύστημα εσόδων δαπανών στα νοικοκυριά και να επιτρέψει στους πολίτες να υιοθετήσουν μια οικολογική αντικαταναλωτική σκοπιά ξεφεύγοντας από το άμεσο και καταθλιπτικό ενδεχόμενο κατασχέσεων και εξόδου από την οικονομική ζωή. Επίσης θα πρέπει να υιοθετηθούν διακανονισμοί για όσους χάνουν την δουλειά τους με επίδομα δανείου για ένα έτος που θα αποπληρώνεται ως κράτηση από τον μισθό όταν ο επιδοτούμενος επιστρέψει στην εργασία.
Τα παραπάνω μπορούν να γίνουν με εγγύηση κονδυλίων του μνημονίου, του μεσοπρόθεσμου και όποιων αναπτυξιακών μέτρων παρθούν υπολογιζόμενα ως ποσά που αναχρηματοδοτούνται από τους δανειστές μας προς όφελος της διατήρησης της οικονομικής ζωής σε λογικά επίπεδα που θα επιτρέψει την βιωσιμότητα και προοπτική και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.


Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...