Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2011

Η χαμένη Τιμή της ελληνικής γεωργίας

του Βαγγέλη Μυτιληναίου ( αναδημοσίευση από το αριστερΟΚ )


Σκέψεις για το μέλλον της ελληνικής γεωργίας με αφορμή το βασισμένο στην αγροτική παραγωγή και τυποποίηση πείραμα της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής δημοκρατίας στη Marinaleda της Ανδαλουσίας

Η συγκυρία που ζούμε το τελευταίο διάστημα στην Ελλάδα αλλάζει συθέμελα τον τρόπο ζωής μας, γκρεμίζει στερεότυπα δεκαετιών, ανατρέπει κοσμοθεωρίες, ανακατατάσσει ιδεολογικούς συσχετισμούς. Το σίγουρο είναι ότι οι αλλάγές που ζούμε και κυρίως αυτές που θα ζήσουμε οι νεώτερες γενιές, αν τις αξιοποιήσουμε ως ευκαιρίες και δεν τις σπαταλήσει η κοινωνία μας για μια ακόμη φορά, θα αποτελέσουν και την πρώτη ύλη για ένα μέλλον αισιόδοξο, με επλίδα και προοπτική, οπου θα παρέχεται η δυνατότητα κανείς να ζήσει ποιοτικά, να δημιουργήσει, να προοδεύσει σε αυτό τον τόπο σύμφωνα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του και τις πολλές και σημαντικές πραγματικά δυνατότητές του.

Η αγροτική παραγωγή με τα ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά της, όπως και κάθε άλλος κλάδος της οικονομίας μας άλλωστε, αποτελούσε, και αν δεν αποτελεί πια δεν υπάρχει κάτι άλλο που να την αντικατέστησε, έναν από τα βασικούς πυλώνες της ελληνικής οικονομίας και παράλληλα έναν από τους κυριώτερους παράγοντες της πολιτισμικής και πολιτιστικής μας κληρονομιάς που έθρεψε γενιές και γενιές Ελλήνων εδώ και αιώνες.




Θεόφιλου: "Το μάζεμα της ελιάς"
Μέχρι και πριν μερικές δεκαετίες λοιπόν η ελληνική γεωργία – παρά τα προβλήματα και τις στρεβλώσεις που είχαν δημιουργήσει οι συνεχόμενοι πόλεμοι και οι ταραχές που κατα καιρούς ερήμωναν ολόκληρες περιοχές της ελληνικής υπαίθρου – αποτελούσε μια υπολογίσιμη παραγωγική δύναμη. Η αγροτική παραγωγή, στραμένη στο να καλύψει τις εγχώριες επισιτιστικές ανάγκες κρατούσε ζωντανή την ύπαιθρο, εξασφάλιζε φτηνά και ιδιαίτερα καλής ποιότητας – αν και στη μεταπολεμική και μετεμφιλιακή Ελλάδα λίγο θα απασχολούσε κάτι τέτοιο τους ταλαιπωρημένους Έλληνες – προϊόντα και μάλιστα καλύπτωντας σχεδόν το σύνολο των επισιτιστικών αναγκών της χώρας, όταν μάλιστα η εισαγωγή προϊόντων αποτελούσε μια μάλλον ακριβή υπόθεση πολυτέλειας για τα δεδομένα της εποχής.

Και ύστερα ήρθε και στην ελληνική γεωργία, όπως και σε όλους τους τομείς, η κακοδαιμονία της Μεταπολίτευσης…

Οι επιδοτήσεις που άρχισαν να εισρέουν από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 και εξής, ενώ θα μπορούσαν να απογειώσουν τον αγροτικό τομέα και να καταστήσουν την Ελλάδα μια πρωτοπόρο χώρα στην αγροτική παραγωγή, συνδυάζοντας νέες μεθόδους παραγωγής και νέες τεχνικές με την πλούσια εμπειρία της εγχώριας γεωργικής παράδοσης, έγιναν και αυτές ένα είδος “οικονομικού δολοφόνου”, που σακάτεψαν κυριολεκτικά την ελληνική παραγωγή και κατέστησαν τους Έλληνες αγρότες μια από τις πλέον μη παραγωγικές τάξεις της μεταπολιτευτικής περιόδου, που βολοδέρνουν με την ψύφο τους πότε από εδώ και πότε από εκεί για να καταλήξουν σε όποιον τους υποσχεθεί “όλα τα κιλά – όλα τα λεφτά”…



Με τούτα και με ‘κείνα η ύπαιθρος ολοένα και μαραζώνει, τα ελληνικά προϊόντα σαπίζουν στα χωράφια χωρίς να μαζεύονται, ενώ ο κύριος κορμός της γεωργίας αφορά πλέον πρόχειρες παραγωγές κάποιων επιδοτούμενων ακόμη προϊόντων. Οι επισιτιστικές μας ανάγκες καλύπτονται σχεδόν εξ’ ολοκλήρου με εισαγωγές, ενώ το τρακτέρ που ήταν ένα όχημα που συμβόλιζε την ύπαιθρο και το χωράφι, πλέον αποτελεί σύμβολο των μπλόκων στην Εθνική οδό και της τραμπούκικης συμπεριφοράς μιας ομάδας ανθρώπων, που παρέα με τους άθλιους κομματάρχες τους όλων των αποχρώσεων εκβιάζουν κάθε τόσο την εξουσία προκειμένου να τους εξασφαλίσει όχι κάτι άλλο, παρά το ετήσιο χαρτηλίκωμα ανεξάρτητα από την παραγωγικότητα τους και την ποιότητα των προϊόντων τους…
Την ίδια στιγμή στην άλλη άκρη της Μεσογείου σε ένα χωριό της Ανδαλουσίας λίγο έξω απο τη Σεβίλη, στη Μαριναλέντα, λαμβανει χώρα ένα από τα σημαντικότερα κοινωνικά – συναιτεριστικά πειράματα στην Ευρώπη αν όχι στον κόσμο με βάση τη γεωργία.


Για την ιστορία λοιπόν, αμέσως μετά την πτώση του φρανκικού καθεστώτος η Ανδαλουσία αποτελούσε – και αποτελεί ακόμη και σήμερα – μια τεράστια έκταση από καλλιεργίσιμη γη, που το μεγαλύτερο μέρος της κατέχουν αριστοκράτες γεωκτήμονες μια και συνολική αγροτική μεταρρύθμιση και ανακατανομή γαιών δεν έχει γίνει. Παράλληλα η φτώχια και η ανεργία που αποτελούσε και εν πολλοίς αποτελεί τον κανόνα για τα λαϊκά στρώματα της Ισπανικής επαρχίας οδηγούσε μαζικά τους κατοίκους στο δρόμο της μετανάστευσης προς αναζήτηση εργασίας. Αποτέλεσμα της δύσκολης κατάστασης ήταν με επίκεντρο τη Μαριναλέντα η συγκρότηση και οργάνωση του συνδικάτου των εργατών στις αγροτικές εργασίες στα κτήματα με σκοπό την απόσπαση καλλιεργήσιμων εκτάσεων από τους ευγενείς μεγαλογαιοκτήμονες. Το συνδικάτο από κοινού με την δημοτική αρχή – που μετά το 1979 ταυτίζεται και αυτή με το συνδικάτο και την πολιτική του – ξεκίνησε τα επόμενα χρόνια μια τιτάνια προσπάθεια προκειμένου να αποσπάσει γη από τον μεγαλογεωκτήμονα της περιοχής – κάποιον Δούκα του Ιφαντάδο – αξιοποιώντας διάφορες μορφές πάλης όπως απεργείες, καταλήψεις εδαφών προκειμένου να μην μπορούν οι γεωκτήμονες να καλλιεργήσουν τη γη, αποκλεισμοί δρόμων, σιδηροδρομικών γραμμών μέχρι και διαδρόμων αεροδρομίων, καθώς και μεγάλες πορείες δεκάδων ή και εκατοντάδων χιλιομέτρων που αποσκοπούσαν στην ευαισθητοποίηση του κοινωνικού συνόλου, ενώ τέλος ακόμη και μαζικές απεργείες πείνας στις οποίες συμμετείχε μαζικά ολόκληρος ο πληθυσμός του χωριού συμπεριλαμβανομένων των γυναικών ακόμη και των παιδιών… Η τεράστια πίεση που δημιουργησε όλο αυτό το μαχητικό αλλά κυρίως συντονισμένο κίνημα κατάφερε τελικά να αποδώσει καρπούς και να αποδόσει στους κατοίκους της Μαριναλέντα 1200 εκτάρια καλλιεργίσιμων γαιών, οι οποίες από εκεί και στο εξής θα ήταν δική τους.

‘Ετσι την ίδια εποχή που η “επάρατος δεξιά” έβαζε την Ελλάδα στην τότε ΕΟΚ και οι δυνάμεις της “Αλλαγής” μιλούσαν για “τρίτο δρόμο”, “μονοπώλια”, “ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο” και ο αγροτικός τομέας ξεκινούσε τη μεγάλη καριέρα του στη διαφθορά και τη φαυλότητα, στη Marinaleda έμπαιναν οι βάσεις για ένα πραγματικά δημοκρατικό και σοσιαλιστικό πείραμα. Ενώ οι Έλληνες αγρότες άρχιζαν ζαλίζονται κυριολεκτικά με τα χρήματα που εισέρρεαν και ο γενικός κανόνας ήταν να ξεκινήσει ένα όργιο σπατάλης και νεοπλουτισμού, με φόντο ακριβά αυτοκίνητα, αχαλίνωτη νυχτερινη ζωή και εξασφαλισμένο ειδσόδημα των επιδοτήσεων, στη Μαριναλέντα αποφάσιζαν να εργαστούν σκληρά προκειμένου να ζήσουν από τη γη που με τόσο κόπο και τόσες θυσίες απέκτησαν. Ισχυροποίησαν περεταίρω το συνδικάτο και καθιστώντας τη γενική του Συνέλευση ανώτατο όργανο διοίκησης και αποφάσισαν ότι δεν πρόκειται ούτε να τεμαχίσουν, ούτε να πωλήσουν τη γη τους μια και αυτή θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να τους θρέψει… Με αυτό το σκεπτικό οργάνωσαν την παραγωγή ώστε να παράγουν και άλλα προϊόντα και όχι μόνο την ελιά, που παραδοσιακά καλλιεργείτο, προκειμένου να αυξήσουν όσο γινόταν και την παραγωγή και την εργασία καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, ενώ σταδικά προχώρησαν και στη βιομηχανική επεξαργασία των προϊόντων και την τυποποίηση σε μονάδες που δημιουργήθηκαν υπό τον έλεγχο του Συνδικάτου και του Δήμου με τις αντίστοιχες θέσεις εργασίας.

Σημαντικότερη ωστόσο παράμετρος του όλου εγχειρήματος δεν είναι άλλη από το ότι οι σημαντικές πλέον οικονομικές αποδοχές που προκύπτουν από την πώληση των προϊόντων στην αγορά αλλά οι κρατικές ή ευρωπαϊκές επιδοτήσεις που ισχύουν και απολαμβάνουν οι αγρότες σε όλη την υπόλοιπη Ισπανία δεν μοιράζονται – εκτός από την κάληψη των αμοιβών – αλλά επανεπενδύονται στην παραγωγή όπως στην έρευνα π.χ. για νέες πιο ανταγωνιστικές καλλιέργειες, προϊόντα που έχει ανάγκη η αγορά, για νέες μονάδες επεξεργασίας, στροφή στις βιολογικές καλλιέργειες κ.ο.κ…

Σήμερα όλα τα μέλη του συνδικάτου αμοίβονται με μηνιαίο μισθό κοντά στα 1200 Ευρώ για επτά ώρες δουλειάς την ημέρα στο εργοστάσιο και αντίστοιχα για έξι ώρες στο χωράφι, ενώ το ίδιο ποσό λαμβάνουν και τα διοικητικά στελέχη του συνεταιρισμού. Παράλληλα ο Δήμος έχει κοινονικοποιήσει όλους τους προς δόμηση χώρους του οικισμού και χτίζει νέες κατοικίες για τους εργάτες που δεουλεύουν για το συνεταιρισμό με ενοίκιο 15 Ευρώ το μήνα – κατά βάση με εθελοντική εργασία από τους κατοίκους – και ειδική μέριμνα για πάρκα και ελεύθερους χώρους, ενώ αντίστοιχα ο παιδικός σταθμός στοιχίζει 12 Ευρώ.

Θα μπορούσε κανείς να βγάλει διάφορα συμπεράσματα και να κάνει ποικίλες παρατηρήσεις από το πείραμα της Μαριναλέντα, ειδικά τώρα που διανύουμε αυτή την ιδιαίτερα ταραχώδη περίοδο για το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Κάποιος θα μπορούσε να εστιάσει στον εθελοντισμό και το αίσθημα συλλογικότητας που κυριαρχεί στην κολεκτίβα, άλλος να εκθειάσει την προσωπικότητα του Δημάρχου Χουάν Μανουέλ Σάντσες Γκορντίγιο, που εκλέγεται από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 σε συνάρτηση με το ιδεολογικό του στίγμα ως επαναστάτης αντικαπιταλιστής με πινελιές από την λενινιστική, τροτσκιστική αλλά και αναρχική κοσμοθεωρία, και άλλος να αναφερθεί στην πλούσια αναρχοσυνδικαλιστική παράδοση της Ανδαλουσίας από τα χρόνια του μεσοπολέμου και πως αυτή επηρέασε τη Μαριναλέντα στις σύγχρονες κατακτήσεις της… Το σίγουρο είναι πάντως ότι η γη αποτελεί μια από τις σημαντικότερες παραμέτρους της ζωής στην ύπαιθρο και κυρίως η βάση της πραγματικής οικονομίας. Μένει να δούμε αν μπορούν ο αγροτικός κόσμος της χώρας μας, οι τοπικές κοινωνίες της υπαίθρου αλλά και ολόκληρη η κοινωνία ως καταναλωτής να κάνουν τα απαιτούμενα άλματα στη λογική, τις τακτικές και κυρίως τη νοοτροπία τους, ωστε να βρούμε ξανά ένα από τα πιο ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μας. Οι αμέσως επόμενες δεκαετίες θα είναι καθοριστικές για το αν θα ξαναδούμε την επαρχία ξανά ζωντανή και αυτή τη φορά σε στέρεες βάσεις.



Όπως και σε όλα τα υπόλοιπα ζητήματα έτσι και εδώ χρειάζεται επιτέλους σοβαρότητα και δουλειά, ενώ οι καιροί θα δείξουν αν η ελληνική ύπαιθρος θα βρει ξανά την ταυτότητά της…πηγή: αριστερΟΚ

1 σχόλιο:

  1. Όλοι οι αγρότες έχουν στραφεί στα φωτοβολταικα, ενώ ήδη η παραγωγή προϊόντων δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της χώρας.

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...