Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Μετά την πολιτική "εσωτερικής υποτίμησης" να ξεκινήσουμε άμεσα την παραγωγική αναδιάρθρωση

του Γιώργου Καρίμαλη*

Οι σημαντικότεροι εθνικοί λογαριασμοί μιας χώρας είναι το εμπορικό της ισοζύγιο και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Εκεί καταγράφονται οι οικονομικές επιδόσεις της και η επιτυχημένη τοποθέτηση της στις διεθνείς αγορές. Εκεί βρίσκονται ΟΛΕΣ οι πηγές των προβλημάτων της και δυστυχώς η Ελλάδα από το 1995 καταγράφει εκεί συνεχώς αρνητικές επιδόσεις.
Φαίνεται ανεξήγητο αλλά η χώρα μας διατηρούσε για τουλάχιστον 8 χρόνια πριν την ένταξη της στην ζώνη του ευρώ πολύ υψηλά την συναλλαγματική της ισοτιμία ενώ ταυτόχρονα ο πληθωρισμός της έτρεχε σε ρυθμούς πολλαπλάσιους από τον μέσο πληθωρισμό της ΕΕ. 
Ήταν η καταστροφική πολιτική ‘της σκληρής δραχμής’ που οδήγησε όλα τα στοιχεία εσωτερικού κόστους και φυσικά και την αμοιβή της εργασίας γενικά και όχι μόνο στους χαμηλόμισθους, σε απόλυτο εκτροχιασμό.
Ταυτόχρονα οι δαπάνες του Δημοσίου με κυριότερες τις αμοιβές βρισκόντουσαν σε πορεία εκτός ελέγχου με επιστέγασμα την πολιτική της ‘ήπιας δημοσιονομικής πολιτικής’ της κυβέρνησης Καραμανλή που ήταν και το επιστέγασμα της αναβλητικότητας και της δημοσιονομικής χρεοκοπίας.

Ουσιαστικά σε παγκόσμιο επίπεδο το εμπορικό ισοζύγιο και το ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών είναι ισοσκελισμένα (τα παγκόσμια ελλείμματα ισούνται με τα παγκόσμια πλεονάσματα) έχοντας όμως (όπως μια παρτίδα παιχνιδιών στο ποδόσφαιρο) τους χαμένους (ελλειμματικοί) και τους κερδισμένους (πλεονασματικοί). Οι ελλειμματικοί θα βρίσκονται να χρωστάνε και οι πλεονασματικοί να γίνονται δανειστές (ενίοτε και δυνάστες) των πρώτων. Οι ελλειμματικοί χρειάζονται να γίνουν το συντομότερο πλεονασματικοί, να μάθουν να πουλάνε περισσότερα και να αγοράζουν λιγότερα

Όμως τι γίνεται όταν η χώρα έχει για εθνικό της νόμισμα το ευρώ;

Με δεδομένο ότι το δικαίωμα της υποτίμησης το έχει χάσει, η προσπάθεια της χρειάζεται να ξεκινήσει από μέτρα οικονομικής πολιτικής που αποβλέπουν στην λεγόμενη ‘εσωτερική υποτίμηση’.
Στην περίπτωση της υποτίμησης του εθνικού νομίσματος (όπως ήταν η δραχμή) μία συγκεκριμένη ημέρα, πάντα αιφνιδιαστικά, η χώρα βρίσκετε με το σύνολο των εισαγόμενων προϊόντων να έχουν σημαντικά (ανάλογα με το ποσοστό που υποτιμάται το εθνικό νόμισμα) ακριβότερη τιμή. Την ίδια στιγμή οι ξένες αγορές και οι πελάτες των εθνικών μας προϊόντων σε αυτές, τα βρίσκουν σε σημαντικά χαμηλότερες τιμές κερδίζοντας ανταγωνιστικότητα που είχε χαθεί στο προηγούμενο διάστημα. Οι εισαγωγές περιορίζονται, οι εξαγωγές αυξάνονται και το εμπορικό ισοζύγιο, όπως και το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών βελτιώνονται με στόχο τουλάχιστον το δεύτερο να είναι το λιγότερο ισοσκελισμένο.
Στην περίπτωση της ‘εσωτερικής υποτίμησης’ αποβλέπουμε ακριβώς στον ίδιο διπλό στόχο. Να κάνουμε τα εισαγόμενα προϊόντα ακριβότερα και τα εγχώρια προϊόντα σημαντικά φθηνότερα. Στα μέτρα οικονομικής πολιτικής που έχουμε να πάρουμε εκτός από την απώλεια του εθνικού νομίσματος μια πολύ σημαντική δυσκολία είναι το ‘κοινοτικό κεκτημένο’ που θέλει να μην υπάρχει διακριτική αντιμετώπιση των λοιπών προϊόντων προέλευσης ΕΕ από τα εγχώρια.

Ένας πολύ λειτουργικός και απόλυτα σύννομος με την ΕΕ τρόπος να ακριβύνουμε τα εισαγόμενα προϊόντα είναι με την επιβολή ειδικών φόρων κατανάλωσης. Κάτι αντίστοιχο κάνουμε σήμερα με αγαθά όπως τα αυτοκίνητα , τα αλκοολούχα ποτά, τα προϊόντα καπνού, καύσιμα κλπ και την κατηγορία ΦΠΑ στην οποία τα εντάσσομε.
Στην προσπάθεια αυτή είναι σημαντικό να περιλάβομε άμεσα στους ειδικούς φόρους όλες εκείνες τις κατηγορίες προϊόντων που η χώρα δεν παράγει πλέον καθόλου, προχωρώντας αμέσως μετά σε όλα εκείνα που η χώρα αν και παράγει έχει χάσει πλέον την ανταγωνιστικότητα της στις διεθνείς αγορές. Είναι ευνόητο ότι θα μείνουν εκτός ειδικών φόρων όλα εκείνα τα προϊόντα που η χώρα εξακολουθεί να έχει ικανοποιητικές επιδόσεις στη εσωτερική αγορά.
Τα εισαγόμενα ηλεκτρονικά είδη για παράδειγμα όπως οι βιντεοκάμερες, τηλεοράσεις κλπ έχουν φτάσει σε απίθανα χαμηλές τιμές και ουσιαστικά πριμοδοτούν έναν ανεξέλεγκτο καταναλωτισμό. Ένας ειδικός φόρος κατανάλωσης της τάξης του 30-50% μπορεί να οδηγήσει σε μια πιο ισόρροπη κατανάλωση.
Από την άποψη αυτή τα τέλη ταξινόμησης των αυτοκινήτων γενικά είναι απαραίτητο να αυξηθούν σημαντικά, παρά τις ‘εκλύσεις για φτηνό αυτοκίνητο’ και κρίση στον τομέα του αυτοκινήτου, που ουσιαστικά είναι δώρο σε κάποιες χώρες να αυξήσουν σε βάρος μας τα εμπορικά τους πλεονάσματα.

Οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης μπορούν να διορθώσουν στην εσωτερική αγορά το έλλειμμα ανταγωνιστικότητας των εγχώριων προϊόντων. Αυτό θα συμβεί διότι η καταβολή των ειδικών φόρων θα γίνεται στα εισαγόμενα κατά την εισαγωγή αφαιρώντας ρευστότητα, ενώ των εγχώριων κατά την εκκαθάριση μετά την πώληση (μήνας, τρίμηνο σύμφωνα με την απόδοση του ΦΠΑ).
Η προσπάθεια να κάνουμε τα εγχώρια προϊόντα μέσω της ‘εσωτερικής υποτίμησης’ φθηνότερα είναι πολύ περισσότερο σύνθετη και απαιτεί σωστά υπολογισμένα πακέτα μέτρων οικονομικής πολιτικής. Στόχος εδώ είναι η μείωση του κόστους παραγωγής.

Μία εξαιρετικά λανθασμένη προσέγγιση θα ήταν να πιέσουμε μόνο τους μισθούς και ιδιαίτερα τον κατώτερο, διότι έτσι αφαιρούμε αγοραστική δύναμη που ιδιαίτερα στους χαμηλόμισθους στηρίζει κατά κύριο λόγο ζήτηση σε εγχώρια προϊόντα και υπηρεσίες. Από την άλλη όμως είναι εξαιρετικά ανελαστικό να καθορίζεται η αμοιβή της εργασίας από κανονιστικές διατάξεις και όχι από την ποιότητα και ποσότητα της εργασίας, με άλλα λόγια από την αξία του κάθε εργαζόμενου ατομικά.
Σε μια πιο επεξεργασμένη προσέγγιση θα επιδοτούσαμε, σε μεγάλη έκταση σε στοχευόμενους κλάδους, το κόστος εργασίας (επιδότηση ασφαλιστικών εισφορών με βάση προγράμματα καταπολέμησης της ανεργίας) μέσα από τα έσοδα των ειδικών φόρων κατανάλωσης. Αποτέλεσμα: Μείωση του κόστους παραγωγής σε επίπεδο επιχείρησης, αύξηση των εσόδων των κοινωνικών ταμείων με δυνατότητα βελτίωσης των χαμηλών συντάξεων και δημιουργία αποθεματικών που τροφοδοτούν την αγορά κεφαλαίων και την διάθεση κρατικών ομολόγων στην εσωτερική αγορά, μειώνοντας τον εξωτερικό δανεισμό.
Σαν στοχευόμενους κλάδους θεωρούμε όλους εκείνους που άμεσα η έμμεσα δημιουργούν και διατηρούν πολλές θέσεις εργασίας ενώ ταυτόχρονα παράγουν προϊόντα με ανταγωνιστικούς όρους τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική αγορά.. 
Ένα παράδειγμα είναι η ναυπηγική βιομηχανία στην χώρα με αξιόλογες μάλιστα υποδομές και τεχνικό δυναμικό με υψηλή κατάρτιση, και την χώρα να έχει στρατηγική θέση. Απαράδεκτες συνδικαλιστικές πρακτικές που ζητούν ωρομίσθια των 25-35 ευρώ κάνουν απαγορευτικό σε κόστος κάθε συμβόλαιο επισκευών η ναυπήγησης, με αποτέλεσμα τα πολλά ναυπηγεία της χώρας εντελώς άδεια από ανθρώπους να μοιάζουν με πόλεις φαντάσματα. Μία μείωση του μέσου τεχνικού ωρομισθίου σε επίπεδα 8-12 ευρώ-που δεν θεωρούνται χαμηλλοί-με ταυτόχρονη γενναία επιδότηση των ασφαλιστικών εισφορών τουλάχιστον για της καινούργιες ναυπηγήσεις μπορεί να φέρει θεαματικά αποτελέσματα.

Οι ειδικοί φόροι κατανάλωσης μπορούν να φέρουν στα ταμεία του κράτους σημαντικά έσοδα 

Που μπορούν να προσεγγίσουν ακόμη και το 20-30% των εσόδων του ΦΠΑ χωρίς να δημιουργήσουν κοινωνικά άδική μεταχείριση των χαμηλών εισοδηματικών τάξεων, με την προϋπόθεση της αξιοποίησης τους με τρόπο ταυτόχρονα αναπτυξιακό και κοινωνικά δίκαιο.
Μετά την μετάταξη των τουριστικών υπηρεσιών στον μειωμένο συντελεστή ΦΠΑ 6,5% (παλαιότερα εκεί ήταν μόνο τα βιβλία) ουσιαστικά επισημοποιήθηκε η λειτουργία τριών συντελεστών (6,5%, 13%, 23%).
Η επιβολή των ειδικών φόρων κατανάλωσης θα βοηθούσε σημαντικά την μείωση των συντελεστών ΦΠΑ σε δικαιότερα επίπεδα (5%, 10%, 20%) και την επιλεκτική μετάταξη προϊόντων από την μία κατηγορία στην άλλη. Αντί όλα τα είδη δια τροφής να είναι στο 13%, είδη βασικής ανάγκης (γάλα, ψωμί κλπ) να πάνε στο μειωμένο 6,5% και λιγότερο σημαντικά να πάνε στο αυξημένο (23%).
Αυτό θα ήταν ταυτόχρονα σημαντική συμβολή στην διαδικασία της ‘εσωτερικής υποτίμησης’, ουσιαστική βοήθεια στον αγώνα επιβίωσης των χαμηλόμισθων, ενώ θα εξισορροπούσε τις επιπτώσεις στον δείκτη τιμών καταναλωτή και θα απέτρεπε πληθωριστικές πιέσεις.

Πολύ σημαντική συμβολή στην διαδικασία της ‘εσωτερικής υποτίμησης’ θα είχαμε εφόσον η λειτουργία του δημόσιου τομέα γίνει λιγότερο δαπανηρή

Οι πολιτικές οριζόντιας μείωσης μισθών είναι αναξιοκρατικές και αναποτελεσματικές στην διαδικασία της ‘εσωτερικής υποτίμησης’. Ο δημόσιος τομέας χρειάζεται άμεση ανάταξη της παραγωγικότητας του μειώνοντας άμεσα τον αριθμό εργαζομένων που απασχολεί χωρίς την μετατροπή τους σε άεργους μισθοδοτούμενους μέσα από το καθεστώς των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων που καταστρέφει την βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.. 
Ίσως ακούγεται σκληρό αλλά τουλάχιστον 150,000 εργαζόμενοι είναι απαραίτητο να φύγουν από το δημόσιο προκειμένου να εξορθολογιστεί το κόστος με το οποίο επιβαρύνει (μέσα από φόρους, τέλη γραφειοκρατία) την οικονομία (προϊόντα και υπηρεσίες) με σημαντικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα τους στη εσωτερική και τις διεθνείς αγορές.

Η φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων μπορεί να γίνει ένα σημαντικό εργαλείο στην προσπάθεια της εσωτερικής υποτίμησης’ και ιδιαίτερα στην παραγωγική αναδιάρθρωση της χώρας

Η φορολογία στα νομικά πρόσωπα χρειάζεται να διαφοροποιηθεί ανάλογα με την ασκούμενη δραστηριότητα του νομικού προσώπου. Στην περίπτωση που έχουμε βιομηχανική, βιοτεχνική η γενικότερα δραστηριότητα με υψηλή προστιθέμενη αξία ο συντελεστής φορολογίας να είναι σημαντικά χαμηλότερος σε σχέση με νομικά πρόσωπα που έχουν εμπορική δραστηριότητα.

Σήμερα για παράδειγμα ο συντελεστής φορολογίας των Ομόρρυθμων εταιρειών είναι 20%. 
Θα μπορούσε να παραμείνει εκεί η να μειωθεί στο 15% για τις αμιγώς βιομηχανικές, βιοτεχνικές και να πάει στο 30-35% για τις μικτές η αμιγώς εμπορικές που κατά γενική ομολογία διαθέτουν είτε εισαγόμενα αγαθά είτε μεταπωλούν ακριβά εγχώρια προϊόντα, μειώνοντας στην εσωτερική αγορά την ανταγωνιστικότητά τους.
Το μέτρο αυτό θα μπορούσε να συμπληρώνεται και από πλήρη φορολογική απαλλαγή η πολύ χαμηλό φορολογικό συντελεστή (5%) των εσόδων από εξαγωγές είτε των αμιγώς εμπορικών εξαγωγικών εταιρειών είτε των βιομηχανικών, βιοτεχνικών.
Ταυτόχρονα οι παραγωγικές εταιρείες της χώρας με δεδομένο το φορολογικό πλεονέκτημα θα προτιμήσουν να εμπορεύονται τα προϊόντα τους μόνες τους, είτε μέσω εμπορικών συμπράξεων με άλλους παραγωγούς, με σημαντικό τελικό όφελος τις πολύ καλύτερες τιμές για τον τελικό καταναλωτή.
Φαντάζει εξαιρετικά αλλόκοτο να μην υπάρχει σήμερα μία αλυσίδα προϊόντων διατροφής, ένα ‘ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΑΝΤΟΠΩΛΕΊΟ’ που να είναι ιδιοκτησία επιλεγμένων ελλήνων παραγωγών με πλήρη κάλυψη των απαραίτητων ειδών.

Σε ένα τέτοιο φορολογικό περιβάλλον δεν προβλέπεται εισιτήριο για πλουτισμό σε όσους σήμερα εισάγουν πάμφθηνα και πωλούν πανάκριβα αλλά μόνο σε όσους κερδίζουν περιουσίες ταυτόχρονα με την βελτίωση του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, την δημοσιονομική εξυγίανση και την μείωση της ανεργίας.


*ο Γιώργος Καρίμαλης είναι Οικονομολόγος, ενεργό μέλος του οικολογικού κινήματος
georgekarimalis@gmail.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...