Τετάρτη, 14 Μαρτίου 2012

Κοινωνικά Υποστηριζόμενη Γεωργία *


του Σπύρου Σγούρου
Η Κοινωνικά Υποστηριζόμενη Γεωργία (Community Supported Agriculture -CSA) είναι ένα σχετικά νέο κοινωνικοοικονομικό μοντέλο παραγωγής τροφίμων, πώλησης και διανομής, που έχει σαν στόχο τόσο την βελτίωση της ποιότητας της τροφής, όσο και της φροντίδας που δίνεται στην γη, τα φυτά και τα ζώα – ενώ θα μειώνει ουσιαστικά την πιθανότητα απώλειας τροφίμων και τους οικονομικούς κινδύνους για τους παραγωγούς. Είναι επίσης μία μεθοδολογία για τους μικροκαλλιεργητές και τους κηπουρούς ώστε να διατηρούν μία μικρής κλίμακας πετυχημένη κλειστή αγορά. Η CSA εστιάζει συνήθως σε ένα σύστημα εβδομαδιαίας διανομής λαχανικών, ενίοτε λουλουδιών, φρούτων, βοτάνων αλλά ακόμα και γάλακτος ή προϊόντων κρέατος σε κάποιες περιπτώσεις.
Μία ποικιλία παρόμοιων μεθόδων παραγωγής και οικονομικών υποσυστημάτων λειτουργούν σε όλο τον κόσμο.
  • Ένωση για την διατήρηση της αγροτικής γεωργίας (AMAP) Γαλλία 
  • Γεωργία Υποστηριζόμενη από την Κοινότητα (ASC) στο Κεμπέκ 
  • TEIKIS στην Ιαπωνία 
  • Reciproco στην Πορτογαλία 
Το Σύστημα CSA
Πρόκειται για μία πρακτική που εστιάζει στην παραγωγή υψηλής ποιότητας τροφής, με τη χρήση οικολογικών, βιολογικών ή βιοδυναμικών καλλιεργητικών μεθόδων. Αυτό το είδος καλλιέργειας λειτουργεί με σημαντικά μεγαλύτερη ανάμειξη των καταναλωτών και των υπόλοιπων ενδιαφερόμενων μελών – έχοντας σαν αποτέλεσμα μία στενότερη από το συνηθισμένο σχέση καταναλωτή-παραγωγού. Το βασικό σχέδιο περιλαμβάνει την ανάπτυξη μίας συνεκτικής ομάδας καταναλωτών η οποία προτίθεται να χρηματοδοτήσει τον προϋπολογισμό μίας ολόκληρης σαιζόν προκειμένου να έχει ποιοτικά τρόφιμα. Το σύστημα έχει πολλές παραλλαγές στο πως υποστηρίζεται ο προϋπολογισμός της φάρμας από τους καταναλωτές και το πώς οι παραγωγοί παραδίδουν τα τρόφιμα.

Σύμφωνα με τη θεωρία της CSA όσο περισσότερο μία φάρμα δέχεται υποστήριξη σε όλη την έκταση και για όλο τον προϋπολογισμό, τόσο περισσότερο μπορεί να επικεντρωθεί στην ποιότητα αλλά και να μειώσει τον κίνδυνο απώλειας τροφών και οικονομικών ζημιών.

Στην πιο επίσημη και δομημένη μορφή της στην Ευρώπη και την Β. Αμερική, η CSA εστιάζει στο να έχει:
  • Έναν διαφανή προϋπολογισμό για όλη τη σαιζόν, για την παραγωγή συγκεκριμένου ευρέως φάσματος προϊόντων και για προκαθορισμένο αριθμό εβδομάδων τον χρόνο.
  • ένα κοινό σύστημα τιμολόγησης, όπου παραγωγοί και καταναλωτές συζητούν και δημοκρατικά αποφασίζουν τις τιμές, βασιζόμενοι στην αποδοχή του προϋπολογισμού και
  • Συμφωνία «μοιρασμένου κινδύνου και κέρδους» π.χ. ότι οι καταναλωτές θα τρώνε ότι οι παραγωγοί καλλιεργούν, ακόμα και με τις ιδιομορφίες της καλλιεργητικής περιόδου.
Έτσι, τα άτομα, οι οικογένειες, ή οι ομάδες δεν πληρώνουν για Χ γραμμάρια ή κιλά παραγωγής, αλλά υποστηρίζουν τον προϋπολογισμό όλου του κτήματος και λαμβάνουν εβδομαδιαία, ότι είναι εποχιακά ώριμο. Αυτή η προσέγγιση μειώνει τους κινδύνους της αγοράς και τα κόστη του παραγωγού, τεράστια ποσά χρόνου, συχνά ανθρώπινο δυναμικό και επιτρέπει στους παραγωγούς να εστιάσουν στην φροντίδα για την ποιότητα του εδάφους, της σοδειάς, των ζώων, των συνεργατών και της εξυπηρέτησης των πελατών. Υπάρχει από μικρή έως μηδενική απώλεια σε αυτό το σύστημα, καθώς (π.χ. απόβλητα) οι παραγωγοί γνωρίζουν προκαταβολικά για ποιον καλλιεργούν και πόσο πρέπει να καλλιεργήσουν κλπ.

Κάποιες οικογένειες έχουν εγγραφεί σε συνδρομή CSA, στην οποία ένα νοικοκυριό πληρώνει μία προκαθορισμένη τιμή για κάθε παράδοση, και μπορούν να ξεκινήσουν ή να σταματήσουν την υπηρεσία όποτε θέλουν. Αυτό το είδος ρύθμισης ονομάζεται και επιμερισμός σοδειάς ή σύστημα καλαθιού.

Σε τέτοιες περιπτώσεις ο αγρότης μπορεί να συμπληρώνει το κάθε καλάθι με προϊόντα που φέρνει από γειτονικές φάρμες για μεγαλύτερη ποικιλία. Έτσι υπάρχει διαφοροποίηση ανάμεσα στον παραγωγό (αγρότες, κηπουροί κλπ) που πουλά μερίδια στην επερχόμενη εποχιακή σοδειά ή που πουλά μία εβδομαδιαία συνδρομή που περιλαμβάνει χ, ψ ποσότητες προϊόντων. Σε κάθε περίπτωση, οι συμμετέχοντες συμβάλλουν με ένα προκαθορισμένο ποσό (μερικές φορές το ίδιο ποσό, κάποιες άλλες μεταβλητό) και σε αντάλλαγμα λαμβάνουν μία εβδομαδιαία σοδειά. Η μεγαλύτερη CSA, με πάνω από 4.000 οικογένειες, είναι η Farm fresh to you που δημιουργήθηκε το 1992 στην κοιλάδα Capay στην Καλιφόρνια.

Κάποιες φάρμες είναι αφιερωμένες κατά αποκλειστικότητα στη CSA, ενώ άλλες πουλάνε σε πάγκους στο κτήμα, σε λαϊκές αγορές και άλλα δίκτυα αγοράς. Οι περισσότερες CSA ανήκουν στους αγρότες ενώ κάποιες προσφέρουν μερίσματα στη φάρμα και στη σοδειά.

Οι καταναλωτές έχουν οργανώσει τα δικά τους σχέδια CSA, φτάνοντας μέχρι το σημείο να νοικιάζουν γη και να προσλαμβάνουν καλλιεργητή. Πολλές CSA έχουν ένα κεντρικό πυρήνα μελών που βοηθά στα διοικητικά της. Κάποιες απαιτούν και κάποιες το προσφέρουν σαν επιλογή στα μέλη να προσφέρουν εργασία σαν μέρος του κόστους του μεριδίου.

Γενικά οι φάρμες CSA είναι μικρές, ανεξάρτητες οικογενειακές φάρμες, με έντονη εργασία.
Παρέχοντας μία ασφαλή αγορά μέσω των προπληρωμένων ετήσιων αγορών, οι καταναλωτές ουσιαστικά βοηθούν να χρηματοδοτηθεί η καλλιεργητική διαδικασία. Αυτό επιτρέπει στον καλλιεργητή όχι μόνο να εστιάσει στην ποιότητα των καλλιεργειών του, αλλά μπορεί σε κάποιο επίπεδο να εξασφαλίσει ισότιμους όρους ανταγωνισμού σε μία αγορά τροφίμων που ευνοεί συνήθως την μεγάλης κλίμακας βιομηχανοποιημένη γεωργία έναντι της τοπικής παραγωγής τροφίμων. Λαχανικά και φρούτα είναι οι πιο συνήθεις σοδειές στις CSA.
Πολλές CSA ακολουθούν οικολογικές, βιολογικές ή βιοδυναμικές πρακτικές αποφεύγοντας τα φυτοφάρμακα και τα ανόργανα λιπάσματα. Το κόστος ενός μεριδίου συνήθως τιμολογείται σε ανταγωνιστικές τιμές σε σύγκριση με την αντίστοιχη ποσότητα των συμβατικά καλλιεργούμενων προϊόντων, εν μέρει λόγω της μείωσης του κόστους διανομής.

Η μέθοδος διανομής είναι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της CSA. Στις ΗΠΑ και τον Καναδά, τα μερίδια δίνονται συνήθως εβδομαδιαία, με παραλαβές σε προκαθορισμένη μέρα και ώρα. Οι συνδρομητές CSA συχνά μένουν σε πόλεις και κωμοπόλεις όπου οργανώνονται τοπικές παραδόσεις συχνά βολικές για κάποια μέλη, στα σπίτια τους. Τα μερίδια είναι επίσης διαθέσιμα και στις φάρμες.

Η CSA διαφέρει από τις υπηρεσίες παράδοσης στο σπίτι, όπου ο καταναλωτής αγοράζει ένα συγκεκριμένο προϊόν σε προκαθορισμένη τιμή. Τα μέλη της έχουν ενεργή συμμετοχή στην παραγωγή, παρέχοντας ένα είδος άμεσης χρηματοδότησης μέσω του προαγορασμένου μεριδίου και βοηθώντας με την διανομή παίρνοντας τα δικά τους μερίδια.
Ένα προτέρημα της στενής σχέσης καταναλωτή-παραγωγού είναι η αυξημένη φρεσκάδα του προϊόντος καθώς δεν χρειάζεται να μεταφερθεί σε μεγάλες αποστάσεις. Η μικρή απόσταση του αγροκτήματος από τα μέλη βοηθά επίσης στο περιβάλλον, μειώνοντας την μόλυνση που δημιουργείται από τις μεταφορές. Οι CSA συχνά συμπεριλαμβάνουν στα καλάθια συνταγές και τα νέα της φάρμας (newsletter). Κοινοποιούνται οι ημέρες εργασίας και οι περιηγήσεις στην φάρμα. Σε κάποιο χρονικό διάστημα οι καταναλωτές γνωρίζουν ποιος παράγει το φαγητό τους και ποιες καλλιεργητικές μεθόδους χρησιμοποιεί.
Οι τιμές των μεριδίων μπορεί να μεταβάλλονται δραματικά ανάλογα τις τοποθεσίες. Οι μεταβολές μπορεί επίσης να περιλαμβάνουν τη διάρκεια της σαιζόν, και τον μέσο όρο ποσότητας και ποικιλίας τροφίμων ανά μερίδιο.

Χονδρικά, ένας μέσος όρος στην Β. Αμερική για ένα βασικό μερίδιο μπορεί να είναι από 350-500 δολάρια ανά σαιζόν, για 18-22 εβδομάδες (Ιούνιο – Οκτώβριο) με αρκετή ποσότητα από το κάθε είδος τροφίμου, για τουλάχιστον 2 άτομα (περίπου 8-12 κοινά κηπουρικά λαχανικά).
Εννοείται ότι τα τρόφιμα είναι εποχιακά, καθώς τα μερίδια βασίζονται στην καλλιεργητική περίοδο ανοιχτού χώρου (όχι θερμοκήπια), που σημαίνει μικρότερη επιλογή στην αρχή της περιόδου και πιθανόν και στο τέλος, καθώς και μία μεταβαλλόμενη ποικιλία καθώς η εποχή προχωρά. Μερικά προγράμματα CSA προσφέρουν διαφορετικά μεγέθη μεριδίων, καθώς και μία επιλογή εποχικών μεριδίων (π.χ. πλήρους σαιζόν και σαιζόν αιχμής).
Η ταινία, The Real Dirt on Farmer John περιγράφει την ανάσταση μίας οικογενειακής φάρμας κατά την μετατροπή της στο μοντέλο CSA και έχει κυκλοφορήσει από το 2007.

Ιστορία 
Η προϊστορία της ιδέας CSA είναι ακόμα λίγο θολή και όχι καλά τεκμηριωμένη. Σύμφωνα με τις περισσότερες πηγές, η κοινωνικά υποστηριζόμενη γεωργία ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 στην Γερμανία, την Ελβετία και την Ιαπωνία σαν απάντηση στην ανησυχία για την ασφάλεια της τροφής και την αστικοποίηση της αγροτικής γης.
Ομάδες καταναλωτών και αγροτών στην Ευρώπη δημιούργησαν συνεταιρισμούς για να επιδοτήσουν την γεωργία και να πληρώσουν όλο το κόστος οικολογικών και κοινωνικά δίκαιων καλλιεργειών. Στην Ευρώπη πολλές από τις φάρμες τύπου CSA εμπνεύστηκαν από τις οικονομικές θεωρίες του Ρούντολφ Στάινερ και πειραματίστηκαν με κοινοτικές φάρμες εφαρμόζοντας βιοδυναμικές καλλιέργειες. Το 1965, μητέρες της Ιαπωνίας, ανήσυχες για την αύξηση τη εισαγόμενης τροφής και την απώλεια καλλιεργήσιμης γης, ξεκίνησαν τα πρώτα πλάνα CSA, τα teikei στα Γιαπωνέζικα, τα οποία πιθανότατα δεν σχετίζονται με τις εξελίξεις στην Ευρώπη.
Η Κοινωνικά Υποστηριζόμενη Γεωργία ξεκίνησε στις ΗΠΑ το 1984, όταν ο Jan Vander Tuin, έφερε την ιδέα των CSA από την Ευρώπη στην Β. Αμερική. Ο Jan Vander Tuin είχε ιδρύσει μία CSA που ονομαζόταν TOPANIMBUR κοντά στην Ζυρίχη της Ελβετίας.

Στοιχεία του όρου Κοινωνικά υποστηριζόμενη Γεωργία πηγάζουν από τον Vander Tuin και την CSA Great Barrington που συν-ίδρυσε με την Robyn Van En, την ιδιοκτήτρια. Ξεκίνησαν την πρώτη σαιζόν νωρίς το 1985, με μήλα, μηλίτη και ξύδι και ένα ανεξάρτητο υποστηρικτικό σώμα καταναλωτών το Mahaiwe Harvest. Την επόμενη χρονιά πρόσφεραν μία μεγάλη γκάμα προϊόντων. Ο Vander Tuin δούλεψε με τους John Root, Jr., Hugh Radcliffe, Charlotte Zannechia και με την Robyn Van En στην φάρμα της, Indian Line Farm που μέχρι σήμερα λειτουργεί το μοντέλο CSA. Στην ομάδα προστέθηκε και ο Andrew Lorand που αργότερα βοήθησε να πραγματοποιηθούν τα 3 πρώτα συνέδρια, στην Ανατολική Ακτή στο in Kimberton, Pennsylvania με τον Rod Shouldice της Ένωσης Βιοδυναμικής και τα 2 πρώτα συνέδρια στη Δυτική Ακτή, στο UC Davis, και στο Fort Mason, του San Francisco.

Η Van En θεωρείται ο προπομπός του κινήματος CSA, καθώς πέρασε πολύ καιρό ταξιδεύοντας , διδάσκοντας και προωθώντας την βιώσιμη γεωργία σε όλη την Β. Αμερική.

Άλλες 2 φάρμες, μία στην Ανατολική Ακτή (Trauger Groh and Co. στο Wilton, New Hampshire) και μία στην Δυτική Ακτή (Summerfield Waldorf School, Santa Rosa, California), ξεκίνησαν σχεδόν ταυτόχρονα γύρω στο 1986. Έκτοτε οι κοινωνικά υποστηριζόμενες φάρμες οργανώθηκαν σε όλη τη Β. Αμερική, κυρίως Βορειοανατολικά, την ακτή του Ειρηνικού, τις άνω μεσοδυτικές πολιτείες και τον Καναδά. Στην Β. Αμερική τώρα υπάρχουν τουλάχιστον 1.300 CSA φάρμες με τις εκτιμήσεις να τις υπολογίζουν μέχρι και 3.000. Ένα από τα μεγαλύτερα αγροκτήματα στις ΗΠΑ είναι το Angelic Organics.

Σήμερα εκατομμύρια Ιάπωνες καταναλωτές συμμετέχουν στο σύστημα teikei, που αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό μερίδιο της κατανάλωσης φρέσκων προϊόντων. Στην Ευρώπη οι αριθμοί δεν είναι αντίστοιχοι, αλλά υπάρχουν αγροκτήματα CSA και οργανώσεις σε πολλές χώρες. Στην Ολλανδία για παράδειγμα οι CSA ονομάζονται Pergola και στην Γαλλία AMAP.

Το παράδειγμα της COCA (Ουαλία) – Κοινότητα Βιολογικής Γεωργίας Caerhys 
Η «COCA» είναι μία κοινότητα CSA (Κοινωνικά Υποστηριζόμενης Γεωργίας) στο παράκτιο Pembrokeshire, στη Δυτική Ουαλία, Ηνωμένο Βασίλειο. Λειτουργούμε εδώ και δεκαοκτώ μήνες και καλλιεργούμε λαχανικά για τα νοικοκυριά τριάντα έξι ατόμων στην περιοχή μας. Σκοπός μας είναι να διπλασιάσουμε τα μέλη μας μέχρι το τέλος του 2012, ώστε να είμαστε οικονομικά αυτάρκεις.
Οικονομικά
Έχουμε «μετοχές τροφίμων» δύο μεγεθών, το πλήρες μερίδιο (για 2-4 άτομα), που κοστίζει £10 την εβδομάδα και το μισό μερίδιο με £ 5. Δεν έχουμε ακόμα επαρκή έσοδα ώστε να πληρώσουμε ένα καλλιεργητή πλήρους απασχόλησης και εξαρτόμαστε από την εθελοντική συνεισφορά των μελών μας, στους WWOOFers (παγκόσμιο δίκτυο οργανισμών βιολογικής καλλιέργειας) και σε σποραδικές επιχορηγήσεις. Στόχος μας είναι στη διάρκεια ενός έτους, να έχουμε συλλέξει το μεγαλύτερο μέρος του κεφαλαίου που απαιτείται για να αναβαθμίσουμε την παραγωγή τροφίμων και να δημιουργήσουμε εισόδημα που θα μας επιτρέψει την πλήρη απασχόληση ενός καλλιεργητή.

Παραγωγή
Η COCA μισθώνει πέντε στρέμματα γης στο αγρόκτημα Caerhys, με πλάνο ανάπτυξης περισσότερων περιοχών καλλιέργειας. Στην φάρμα μας καλλιεργούνται πάνω από τριάντα ποικιλίες λαχανικών. Εκτός από τα λαχανικά, το αγρόκτημα παράγει βιολογικό κρέας από βοδινό και χοιρινό το οποίο μπορεί να αγοραστεί από τα μέλη.

Συμμετοχή
Τα μέλη δε υποχρεούνται να εργάζονται στη γη, αλλά οργανώνονται για τα μέλη, ημέρες εργασίας για τις εποχιακές δραστηριότητες. Τα μέλη έρχονται στο αγρόκτημα για να ζυγίσουν το προπληρωμένο μερίδιό τους στην εβδομαδιαία συγκομιδή και εκτός από το βόειο και το χοιρινό κρέας που πωλείται, μπορούν να αγοράσουν βιολογικό γάλα, αυγά, τυρί, ρύζι και ζυμαρικά σε τιμές χαμηλότερες της λιανικής. Μία φορά τον χρόνο πραγματοποιείται μια γιορτή συγκομιδής, που προσελκύει ανθρώπους από την ευρύτερη κοινότητα και είναι μια ευκαιρία για όλους να γιορτάσουν τις παρεχόμενες προς τα μέλη προσπάθειες.

Διακυβέρνηση
Η COCA λειτουργεί σαν συλλογικότητα (χωρίς νομική υπόσταση), με στόχο να μετατραπεί σε κοινωνική επιχείρηση στο επόμενο έτος. Η COCA διοικείται από ένα «κεντρικό πυρήνα» μελών, που εκλέγονται ετησίως για τους ρόλους τους. Η βασική ομάδα είναι κυρίως εθελοντές, εκτός από τους αγρότες. Σημαντικές αποφάσεις, όπως οι αλλαγές στην τιμή των μετοχών των λαχανικών, λαμβάνονται με την ευρύτερη κοινότητα μελών και λαμβάνονται με συναίνεση όπου αυτό είναι δυνατόν.

Σκοπός
Το όραμα της COCA είναι μια κοινότητα ανθρώπων που μοιράζονται και στηρίζουν την τοπική παραγωγή βιολογικών τροφίμων σε πνεύμα φιλίας και εμπιστοσύνης. Εμείς υποστηρίζουμε οικονομικά και ηθικά τον τοπικό αγρότη, όλο το χρόνο, πληρώνοντας του το ίδιο ποσό κάθε μήνα, εξασφαλίζοντας του την συνέχιση της καλλιέργειας. Σε αντάλλαγμα λαμβάνουμε μερίδια από τα καλλιεργούμενα βιολογικά λαχανικά, το οποίο ποικίλλει ανάλογα με τις εποχές.
Αρχές της COCA είναι:
Η βιολογική καλλιέργεια (λαχανικών, κρέατος, γαλακτοκομικών προϊόντων, αυγών και φρούτων) είναι απαραίτητη για την καλύτερη και θρεπτικότερη τροφή όλων, τη διατήρηση της γονιμότητας του εδάφους και ένα υγιές και ποικίλο περιβάλλον στο μέλλον.

Η υποστήριξη των τοπικών καλλιεργητών βιολογικών προϊόντων και μεταποιητών είναι ένας αξιόλογος στόχος για τους τοπικούς καταναλωτές.

Η συνεργασία, οι μοιρασμένοι κίνδυνοι και τα μοιρασμένα οφέλη και ένα πνεύμα φιλίας είναι θεμελιώδους σημασίας για τη λειτουργία της ομάδας.

Οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με συναίνεση, όπου είναι δυνατόν.
Στόχοι της COCA είναι:
Η παραγωγή βιολογικών λαχανικών, φρούτων, λουλουδιών και βοτάνων και διευκόλυνση της πρόσβασης σε τοπικά βιολογικά κρέατα, γαλακτοκομικά προϊόντα και άλλα βιολογικά προϊόντα.

Η ενεργοποίηση των μελών στο να ζουν καλά, να τρέφονται καλά με βιολογικό και βιώσιμο τρόπο.

Η υποστήριξη της βιολογικής γεωργίας και παραγωγής τροφίμων στην περιοχή.

Η ανάπτυξη μίας κοινότητας περιφερειακά του έργου μας που να βασίζεται σε από κοινού εργασία, κοινωνική δραστηριότητα και πνεύμα φιλίας.

Η ανάπτυξη με όποιον τρόπο αισθάνονται τα μέλη ότι θα συμβάλει στην επίτευξη αυτών των στόχων.

Μερικά ακόμη παραδείγματα

α. Κοινοτική Γεωργία του Stroud

Η COCA βασίζεται και έλαβε σημαντική υποστήριξη από την Stroud Community Agriculture, που είναι CSA καθοδηγούμενη από τα μέλη, δηλαδή από 200 νοικοκυριά. Απασχολεί 2 πλήρους απασχόλησης καλλιεργητές, για την παραγωγή λαχανικών και κρέατος σε 46 στρέμματα βιοδυναμικής γης. Διοικείται από ένα πυρήνα κυρίως εθελοντών, οι οποίοι παίρνουν αποφάσεις με άξονα την ανά τρίμηνο συνεδρίαση των μελών. Έλαβε χορηγία 25.000 λιρών για την περίοδο έναρξης. Προσφέρει υποτροφίες για αυτούς που έχουν χαμηλά εισοδήματα. Εκδίδει τακτικά δελτία τύπου και ενημερωτικά έντυπα ώστε να κρατούν τα μέλη ενήμερα και να διαφημίζουν τις ημέρες εργασίας. Αποτέλεσε πρότυπο έμπνευσης για άλλες CSA.
www.stroudcommunityagriculture.org

β. Dragon Orchard, Αγγλία

Εγκαινιάστηκε στο Φεστιβάλ Τροφίμων και ποτών του 2001. Ηγείται ο αγρότης. Περιλαμβάνει 120 άτομα, τα μισά από τα μέλη, από πιο μακρινές περιοχές. Τα μέλη πληρώνουν 300 λίρες στην αρχή της χρονιάς για μήλα, μηλίτη, χυμό μήλου, τσάτνεϊ (είδος σάλτσας) και μαρμελάδα. Δέχονται 4 Σαββατοκύριακα/ έτος επίσκεψη των μελών που μένουν για ένα γεύμα στο περιβόλι. Τα μισά εισοδήματα από τα μέλη πάνε στην παραγωγή και τα άλλα μισά στα Σαββατοκύριακα επισκέψεων των μελών. Τοπική επένδυση έσωσε το περιβόλι το οποίο έχανε από τους μεγαλύτερους προμηθευτές.
www.onceuponatree.co.uk

γ. Whitmuir Organic Farm, Σκωτία

Ηγείται ο αγρότης. Η CSA αποτελεί μέρος της αγροτικής επιχείρησης. Εγκαινιάστηκε σε δημόσια συνάντηση όπου ενεγράφησαν 20 άτομα. Η υποστηρικτική ομάδα έχει φτάσει τις 160 οικογένειες. Η CSA αποτελεί το 1/3 των συνολικών πωλήσεων της φάρμας. Χρησιμοποίησε την δέσμευση των μελών να φέρουν δάνειο για την ανάπτυξη της φάρμας. Η φάρμα τώρα περιλαμβάνει, κρεοπωλείο, αρτοποιείο, μαγαζί και εστιατόριο.
www.whitmuirtheorganicplace.co.uk

δ. Sedlescombe Organic Vineyard, Αγγλία

Ηγείται ο αγρότης. Περιλαμβάνει 32 νοικοκυριά μέλη. Το αμπέλι παράγει 15.000 μπουκάλια κρασί ετησίως, 50% από το οποίο προσφέρεται στα μέλη. Τα μέλη πληρώνουν 75 δολάρια ετησίως για 30% έκπτωση στο βιολογικό κρασί και πρόσβαση στον αμπελώνα. Υπάρχει η επιλογή μεριδίου εργασίας όπου τα μέλη μπορούν να εργαστούν στα αμπέλια με ανταμοιβή την μείωση της συνδρομής.
www.rentavine.co.uk

ε. Wester Lawrenceton Farm, Σκωτία

Ηγείται ο αγρότης (θα ήθελαν να περιέλθει σε ένα κεντρικό πυρήνα). Τα μέλη της CSA έχουν συλλογικά μία αγέλη γαλακτοπαραγωγής. 21 άτομα επένδυσαν 500 δολάρια. Πληρώνονται τόκοι 8% στο τυρί (4 κιλά ανά έτος). Διοργανώνονται πολλές εκδηλώσεις που σχετίζονται με την Κέλτικη την Παγανιστική και την Χριστιανική παράδοση.

Ξεκινώντας μία CSA

Οι περισσότερες CSA «στρατολογούν» ανθρώπους δρομολογώντας δημόσιες συναντήσεις που διαφημίζονται αρκετά νωρίτερα στα τοπικά μέσα ενημέρωσης. Σε αυτή τη συνάντηση ο αγρότης ή τα άτομα που επιθυμούν να ξεκινήσουν μία CSA εξηγούν τα κίνητρά τους. Είναι καλό να υπάρχει μία παρουσίαση από εκπρόσωπο άλλης CSA, που θα επιτρέψει μία γρήγορη ματιά στις τοπικές δυνατότητες και θα εμπνεύσει με αυτοπεποίθηση.

Αφού παρουσιαστεί η ιδέα, μπορεί να ζητηθεί από τους παρευρισκόμενους να δουλέψουν σε ομάδες για να προωθήσουν τις δικές τους ιδέες. Από την συνάντηση, μπορεί να σχηματιστεί ένας κεντρικός πυρήνας που θα ξεκινήσει την CSA και θα πάρει αποφάσεις μαζί με τον αγρότη.

Τα ποσά εκκίνησης μπορούν να διασφαλιστούν με διάφορους τρόπους ανάλογα την κατάσταση. Αυτό μπορεί να εμπεριέχει:
* Να ζητηθεί από τους ανθρώπους να κάνουν δωρεές για την παραγγελία σπόρων, εξοπλισμού κλπ, χωρίς να περιμένουν ανταμοιβές μέχρι την πρώτη συγκομιδή.
* Να ζητηθεί από τους ανθρώπους να επενδύσουν στην CSA μέσα από την διαδικασία «έκδοσης μεριδίων». Αυτό θα μπορούσε να είναι οποιοδήποτε ποσό από 50-5000+ ευρώ . Κάποια μερίδια προσφέρουν και ένα επιτόκιο στο τέλος. Άλλοι βλέπουν το κέρδος απλά στα κοινωνικά, περιβαλλοντικά τοπικά καλλιεργητικά οφέλη από την ύπαρξη μίας CSA. Η έκδοση κοινοτικού μεριδίου θα μπορούσε να είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο για την ένταξη ανθρώπων στην CSA.
* Να κάνετε αίτηση για χρηματοδότηση από τοπικά, εθνικά ή Ευρωπαϊκά προγράμματα. Αν υπάρχουν τέτοιες επιδοτήσεις μπορούν να είναι ένας καλός τρόπος να γεφυρωθεί το οικονομικό κενό μέχρι να έχετε αρκετά μέλη ώστε να είσαστε αυτάρκεις. Αλλά δεν θα πρέπει να στηρίζεστε επί μακρόν σε αυτές.

 Σπύρος Σγούρος

Γεν. Διευθυντής του Οργανισμού ΔΗΩ (Οργανισμός Ελέγχου και Πιστοποίησης Βιολογικών Προϊόντων)

*Επιλογή και παρουσίαση κειμένων από το διαδίκτυο. Δημοσιεύονται επίσης, μαζί με επιπλέον υλικό στο Περιοδικό ΔΗΩ –Περιοδικό για την Οικολογική Γεωργία, τεύχος 60, (http://www.dionet.gr/ekdoseis/dio_no_60.pdf)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...