Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Ναόμι Κλάιν: Άσε τους άλλους να πνιγούν




Ομιλία στην ετήσια διάλεξη της δεκαπενθήμερης επιθεώρησης The London Review of Books (5/5/2016) για τον Edward W. Said (1935-2003)  

Ο Edward W. Said (Έντουαρντ Σαΐντ) δεν ήταν περιβαλλοντικός ακτιβιστής.

Καταγόμενος από εμπόρους, τεχνίτες και επαγγελματίες, περιέγραψε κάποτε τον εαυτό του ως "ακραία περίπτωση ενός Παλαιστινίου της πόλης, του οποίου η σχέση με την γη είναι κατά βάση μεταφορική. 
Στο έργο του Μετά τον τελευταίο ουρανό. Οι ζωές των Παλαιστινίων, που αποτελεί τον στοχασμό του στις φωτογραφίες του Jean Mohr, εξερεύνησε τις πιο προσωπικές πτυχές της ζωής των Παλαιστινίων, από την φιλοξενία, τα αθλήματα, μέχρι και την διακόσμηση των σπιτιών. Η παραμικρή λεπτομέρεια – ο τρόπος τοποθέτησης μιας κορνίζας, η προκλητική στάση ενός παιδιού – προκάλεσαν χείμαρρο αναλύσεων από τον Σαΐντ. 
Ωστόσο, όταν ερχόταν αντιμέτωπος με φωτογραφίες Παλαιστίνιων γεωργών – που έβοσκαν τα κοπάδια τους ή καλλιεργούσαν τα χωράφια – ξαφνικά η ακρίβεια εξανεμιζόταν. Τι είδους καλλιέργειες έσπερναν; Σε τι κατάσταση βρισκόταν το έδαφος; Υπήρχε διαθέσιμο νερό; 
Τίποτα δεν ήταν αυτονόητο. "Εξακολουθώ να διακρίνω έναν πληθυσμό απαρτιζόμενο από πένητες, ταλαιπωρημένους και ενίοτε ζωηρούς χωρικούς, που παραμένουν σταθεροί και συλλογικοί" εξομολογήθηκε ο Σαΐντ, αναγνωρίζοντας ότι αν και "μυθική", η αντίληψη αυτή είχε επικρατήσει.

Εάν λοιπόν ο Σαΐντ θεωρούσε την γεωργία έναν άλλο κόσμο, τότε οι άνθρωποι που αφιέρωναν εαυτούς σε θέματα όπως η ρύπανση του αέρα και των υδάτων, είναι σαν να ερχόντουσαν από άλλον πλανήτη. Μιλώντας κάποτε στον συνάδελφό του Rob Nixon, περιέγραψε την περιβαλλοντολογία ως "την ανοχή κακομαθημένων οικολόγων σε αναζήτηση νοήματος". 
Ουδείς ωστόσο, μπορεί να αγνοήσει τις περιβαλλοντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Μέση Ανατολή, πολλώ δε μάλλον αν είναι τόσο βυθισμένος στην γεωπολιτική της περιοχής, όσο ο Σαΐντ. Πρόκειται για περιοχή εξαιρετικά ευάλωτη σε θέματα ξηρασίας και υψηλών θερμοκρασιών, όπως και σε θέματα ανόδου της στάθμης της θάλασσας και ερημοποίησης. Ένα πρόσφατο άρθρο στον ιστότοπο Nature Climate Change προβλέπει ότι αν δεν μειώσουμε ριζικά και το συντομότερο, τις εκπομπές αερίων, τότε μεγάλα τμήματα της Μέσης Ανατολής κινδυνεύουν να "φτάσουν σε επίπεδα θερμοκρασίας μη ανεκτά από το ανθρώπινο είδος" πριν από το τέλος του τρέχοντος αιώνα. 
Μέχρι εκεί φτάνει το θάρρος της διατύπωσης των επιστημόνων που ασχολούνται με το κλίμα. Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν ότι μείζονα περιβαλλοντικά ζητήματα της περιοχής, εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται ως δευτερεύοντα ή ως πολυτελή. Τούτο δεν οφείλεται σε άγνοια ή αδιαφορία. Έχει απλώς να κάνει με το εύρος του πεδίου. 

Η κλιματική αλλαγή αποτελεί σοβαρή απειλή, οι σοβαρότερες επιπτώσεις της οποίας όμως, είναι μεσοπρόθεσμες. Ενώ βραχυπρόθεσμα, υπάρχουν πάντα ένα σωρό πιο επείγουσες απειλές προς αντιμετώπιση: μια στρατιωτική κατοχή, επιθέσεις από αέρος, συστημική προκατάληψη, θέματα εμπάργκο. Τίποτα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί το επείγον των παραπάνω, ούτε καν να αποδυθεί σε σύγκριση μαζί τους.

Υπάρχουν και άλλοι λόγοι για τους οποίους η οικολογία μπορεί να φάνταζε στα μάτια του Σαΐντ σαν αστικό γήπεδο αθλοπαιδιών. Το κράτος του Ισραήλ είχε από καιρό στηρίξει το σχέδιο οικοδόμησης του έθνους σε πράσινες βάσεις – αποτελούσε δε, στοιχείο κλειδί του σιωνιστικού ήθους των πιονιέρων η "επιστροφή στα πάτρια εδάφη". Στο ανωτέρω πλαίσιο τα δέντρα, ειδικότερα, υπήρξαν μεταξύ των πιο ισχυρών όπλων για την αρπαγή και κατοχή γης. Διότι δεν είναι μόνο τα αμέτρητα ελαιόδεντρα και φυστικόδεντρα που ξεριζώθηκαν για να φτιαχτούν οικισμοί και δρόμοι μόνο για Ισραηλινούς. 

Είναι και η άτακτη εξάπλωση δασών από ευκαλύπτους και πεύκα που φυτεύτηκαν πάνω από τα περιβόλια και τα χωριά των Παλαιστινίων, κυρίως από το Jewish National Fund / JNF (Εβραϊκό Εθνικό Ταμείο). Υπό το σύνθημα "Μετατρέπουμε την Έρημο σε Γη της Επαγγελίας", το JNF υπερηφανεύεται για την φύτευση 250 εκατομμυρίων δέντρων στο Ισραήλ από το 1901, πολλά από τα οποία όμως, δεν είναι γηγενή, ενώ στο υλικό προβολής του, το JNF αυτοσυστήνεται ως μία ακόμη πράσινη ΜΚΟ, που ασχολείται με την διαχείριση δασών και υδάτων, με πάρκα και θέματα αναψυχής. Τυγχάνει παρεμπιπτόντως, να είναι και ο μεγαλύτερος ιδιοκτήτης γης στο κράτος του Ισραήλ, και παρά τα πολυάριθμα νομικά ζητήματα, εξακολουθεί να αρνείται την μίσθωση ή πώληση γης σε μη Εβραίους.

Το Εβραϊκό Εθνικό Ταμείο αποτελεί ένα πρόσφατο, ακραίο παράδειγμα αυτού που ορισμένοι αποκαλούν "πράσινο εποικισμό". Το φαινόμενο αυτό όμως, δεν είναι καινούριο ούτε και αφορά αποκλειστικά το Ισραήλ. Υπάρχει μια μακρά και οδυνηρή ιστορία στην αμερικανική ήπειρο που σχετίζεται με πολύ όμορφα κομμάτια άγριας φύσης, τα οποία μετατρεπόμενα σε εθνικούς δρυμούς, καθιστούν την πρόσβαση και χρήση από τους γηγενείς πληθυσμούς απαγορευτική, έτσι ώστε να μην έχουν δικαίωμα να κυνηγούν να ψαρεύουν ή απλώς να ζουν εντός αυτών. 

Έχει συμβεί κατ'επανάληψη. Μια σύγχρονη εκδοχή του φαινομένου αυτού είναι και το πρόγραμμα αντιστάθμισης εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Γηγενείς πληθυσμοί, από την Βραζιλία μέχρι την Ουγκάντα, διαπιστώνουν ότι ορισμένες από τις πιο επιθετικές αρπαγές γης, σημειώνονται από οργανισμούς προστασίας του περιβάλλοντος. Έτσι, ένα δάσος χαρακτηρίζεται ξαφνικά ως αντιστάθμιση του άνθρακα και αμέσως τίθεται εκτός ορίων για όσους παραδοσιακά το κατοικούσαν. Η αγορά λοιπόν, της αντιστάθμισης εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα επέφερε μία εντελώς νέα κατηγορία παραβιάσεων των "πράσινων" δικαιωμάτων του ανθρώπου, με τους αγρότες και τους αυτόχθονες λαούς να υφίστανται επιθέσεις από φύλακες των εθνικών προστατευόμενων πάρκων ή της ιδιωτικής ασφάλειας, οσάκις επιχειρούν να εισέλθουν σε αυτά τα εδάφη. Κάτω από αυτό το πρίσμα πρέπει να δούμε και το σχόλιο του Σαΐντ για τους οικολόγους.

Και δεν είναι μόνο αυτό. Τον τελευταίο χρόνο της ζωής του Σαΐντ άρχισε να υψώνεται από το Ισραήλ το διαχωριστικό τείχος, καταλαμβάνοντας μεγάλα τμήματα της Δυτικής Όχθης, αποκόπτοντας Παλαιστίνιους εργάτες από τις δουλειές τους, αγρότες από τα χωράφια τους, ασθενείς από τα νοσοκομεία, χωρίζοντας βάναυσα ακόμη και οικογένειες. Αν και υπήρχαν ουκ ολίγοι λόγοι ανθρωπιστικής φύσεως, για να παύσουν οι εργασίες του τείχους, αξίζει να σημειωθεί ότι οι φωνές που υψώθηκαν εκ μέρους των Ισραηλινών, με πρωτοστάτη την τότε υπουργό περιβάλλοντος Yehudit Naot, ανησυχούσαν πολύ περισσότερο για το γεγονός ότι το διαχωριστικό τείχος, σύμφωνα με μια μελέτη, θα ήταν επιβλαβές για το τοπίο, την πανίδα και την χλωρίδα, τους οικολογικούς διαδρόμους και την αποστράγγιση των χειμάρρων. Έτσι, ώστε δίχως να καθυστερήσουν τις εργασίες, φρόντισαν να προστατεύσουν τα φυτά και τα ζώα είτε μετακινώντας τα, είτε δημιουργώντας μικρά περάσματα κατά μήκος του τείχους.

Ίσως αυτό να θέτει το πλαίσιο της κυνικής στάσης έναντι του πράσινου κινήματος. Διότι οι άνθρωποι τείνουν όντως να γίνονται κυνικοί, όταν κάποιοι αντιμετωπίζουν τις ζωές τους σαν να είναι λιγότερο σπουδαίες από αυτές των ερπετών και των λουλουδιών. Επιπλέον, υπάρχει μεγάλο μέρος από την πνευματική κληρονομιά του Σαΐντ που φωτίζει και αποσαφηνίζει τις υποκείμενες αιτίες της παγκόσμιας οικολογικής κρίσης, τόσο πολύ, που υποδεικνύει πολύ πιο καθολικούς τρόπους αντιμετώπισης από ό,τι τα τρέχοντα μοντέλα εκστρατείας: τρόπους που δεν ζητούν από ταλαιπωρημένους ανθρώπους να παραμερίσουν τις ανησυχίες τους για τον πόλεμο, την φτώχεια, τον συστημικό ρατσισμό και να σπεύσουν "να σώσουν τον κόσμο" – αλλά που αντιθέτως αποδεικνύουν το πώς όλες αυτές οι κρίσεις είναι αλληλένδετες κι έτσι θα μπορούσαν να είναι και οι λύσεις. 

 Συνοψίζοντας, ο Σαΐντ μπορεί να μην είχε χρόνο για τους πράσινους ακτιβιστές, εκείνοι όμως θα έπρεπε επειγόντως να βρουν χρόνο για τον Σαΐντ –καθώς και για πολλούς άλλους αντι-ιμπεριαλιστές, μετα-αποικιακούς στοχαστές – διότι χωρίς αυτήν την γνώση, δεν υπάρχει τρόπος να καταλάβουμε πώς καταλήξαμε σε αυτό το επικίνδυνο μέρος ή να κατανοήσουμε τι είδους μεταμορφώσεις απαιτούνται για να βγούμε από αυτό. Ως εκ τούτου, αυτό που θα ακολουθήσει είναι ορισμένες σκέψεις – σε καμιά περίπτωση ολοκληρωμένες – σχετικά με το τι μπορούμε να μάθουμε μελετώντας τον Σαΐντ, σε έναν πλανήτη όπου η θερμοκρασία αυξάνεται ραγδαία.

Ο Έντουαρντ Σαΐντ υπήρξε κι εξακολουθεί να είναι ένας από του πιο οδυνηρά διαυγείς θεωρητικούς της εξορίας και του νόστου – ο νόστος όμως του Σαΐντ, όπως ο ίδιος καθιστούσε πάντα σαφές, αφορούσε έναν τόπο, μια πατρίδα, που είχε αλλοτριωθεί τόσο ριζικά, ώστε σχεδόν δεν υπήρχε στην πραγματικότητα.

Η θέση του ήταν περίπλοκη: Υπερασπίστηκε με πάθος το δικαίωμα της επιστροφής σε αυτήν, χωρίς ποτέ να υποστηρίζει ότι η πατρίδα ήταν καθορισμένη. Εκείνο που είχε σημασία, ήταν η αρχή του σεβασμού και της ισοτιμίας όλων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η ανάγκη να διαπνέονται οι πολιτικές και οι δράσεις μας από μια επανορθωτική δικαιοσύνη. Άποψη απολύτως καίρια, σε εποχές όπως η δική μας όπου ακτές διαβρώνονται, έθνη εξαφανίζονται κάτω από την ανερχόμενη στάθμη της θάλασσας, που οι κοραλλιογενείς ύφαλοι, οι οποίοι συντηρούν ολόκληρα οικοσυστήματα και πολιτισμούς, αποχρωματίζονται, που η Αρκτική μαλακώνει. Τούτο συμβαίνει επειδή η λαχτάρα για μια ριζικά αλλαγμένη πατρίδα – μια πατρίδα που μπορεί πια να μην υπάρχει – είναι κάτι το οποίο πολύ γρήγορα και με τραγικό τρόπο παγκοσμιοποιείται.

Τον περασμένο Μάρτιο δημοσιεύθηκαν δύο σοβαρές μελέτες, αφότου αξιολογήθηκαν από ομοτίμους, οι οποίες προειδοποιούν ότι η άνοδος της στάθμης της θάλασσας μπορεί να επέλθει πολύ πιο γρήγορα από ό,τι μέχρι πρότινος πιστεύαμε. Εις εκ των συγγραφέων της πρώτης μελέτης, ο James Hansen – ίσως ο πιο έγκριτος κλιματολόγος στον κόσμο – προειδοποίησε ότι με τον τρέχοντα ρυθμό εκπομπών αερίων που συμβάλλουν στο φαινόμενο του θερμοκηπίου, υπάρχει κίνδυνος «να χαθούν όλες οι παράκτιες πόλεις, οι περισσότερες από τις μεγαλουπόλεις του κόσμου και ολόκληρη η ιστορία τους», πράγμα που θα συμβεί όχι σε χιλιάδες χρόνια από τώρα, αλλά ήδη εντός του αιώνα που διανύουμε. Αν δεν απαιτήσουμε ριζική αλλαγή, κατευθυνόμαστε ολοταχώς προς έναν κόσμο, όπου άνθρωποι θα αναζητούν μια πατρίδα, που δεν θα υπάρχει πια.

Ο Σαΐντ λοιπόν, μας βοηθά να φανταστούμε με τι θα μοιάζει αυτό, εκλαϊκεύοντας τον αραβικό όρο «σουμούντ» («αντίσταση, κράτημα») για να περιγράψει την σθεναρή άρνηση να εγκαταλείψει κάποιος την γη του, παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες εκδίωξης, έστω κι αν περιβάλλεται από διαρκή κίνδυνο. Η λέξη αυτή, που παραπέμπει περισσότερο σε μέρη όπως η Χεβρώνα και η Γάζα, θα μπορούσε σήμερα να ειπωθεί κάλλιστα και από τους κατοίκους των παράκτιων περιοχών της Λουϊζιάνας που έχουν υψώσει τα σπίτια τους σε πιλοτή, ώστε να μην χρειαστεί να τα εκκενώσουν ή από τους νησιώτες του Ειρηνικού που το σύνθημά τους είναι «Δεν πνιγόμαστε. Αγωνιζόμαστε».

Σε χώρες όπως οι Νήσοι Μάρσαλ, Φίτζι ή Τουβαλού έχουν συνειδητοποιήσει ότι όσο η άνοδος της στάθμης των υδάτων είναι αναπόφευκτη, τόσο οι χώρες τους δεν έχουν κανένα μέλλον. Αρνούνται όμως και την ιδέα να ασχοληθούν με θέματα επανεγκατάστασης, πράγμα που δεν θα έκαναν ακόμη και αν υπήρχαν πιο ασφαλείς χώρες, που θα προσφέρονταν να ανοίξουν τα σύνορά τους – πράγμα που δεν έχει διασφαλιστεί, εφόσον οι κλιματικοί πρόσφυγες δεν αναγνωρίζονται από το διεθνές δίκαιο, επί του παρόντος. Αντί λοιπόν να ετοιμάζουν την έξοδό τους, αντιστέκονται ενεργά: άλλοτε μπλοκάροντας με τις παραδοσιακές πιρόγες τους, τα αυστραλιανά πλοία μεταφοράς άνθρακα, άλλοτε διαταράσσοντας τις διεθνείς διαπραγματεύσεις για το κλίμα με την ενοχλητική παρουσία τους, απαιτώντας ακόμη πιο επιθετική δράση για το κλίμα. Aν λοιπόν υπάρχει κάτι, για το οποίο αξίζει κανείς να επιχαίρει μετά την υπογραφή της Συμφωνίας του Παρισιού για το κλίμα, τον περασμένο Απρίλιο – και δυστυχώς δεν υπάρχουν πολλά – ήρθε στο προσκήνιο μόνο και μόνο εξαιτίας της δράσης εντός του συγκεκριμένου πλαισίου ηθικών αρχών, αυτών της κλιματικής αντίστασης («σουμούντ»).

Παρά το γεγονός ότι έχουμε πλέον, επικίνδυνα υπερθερμάνει τον πλανήτη μας, οι κυβερνήσεις μας εξακολουθούν να αρνούνται την λήψη των απαραίτητων, για την ανάσχεση αυτής της τάσης, μέτρων. Παλαιότερα, πολλοί είχαν το δικαίωμα να επικαλούνται άγνοια. Την τελευταία τριακονταετία όμως, μετά την δημιουργία της Διακυβερνητικής Επιτροπής για την κλιματική αλλαγή (Intergovernmental Panel on Climate Change) και την έναρξη των διαπραγματεύσεων για το κλίμα, η άρνηση μείωσης των εκπομπών αερίων συνοδευόταν από πλήρη επίγνωση των κινδύνων. Αυτού του είδους η έλλειψη σύνεσης θα ήταν λειτουργικά αδύνατη, εάν δεν υπήρχε ο θεσμικός ρατσισμός, έστω και σε λανθάνουσα μορφή. Δεν θα ήταν δυνατή χωρίς τον Οριενταλισμό[1], χωρίς όλα εκείνα τα ισχυρά εργαλεία που υφίστανται, επιτρέποντας στους ισχυρούς να υποσκελίζουν τις ζωές των λιγότερο ισχυρών. Τα εν λόγω εργαλεία – που αποτιμούν την σχετική αξία του ανθρώπου – είναι εντέλει κι εκείνα που επιτρέπουν την διαγραφή ολόκληρων εθνών και αρχαίων πολιτισμών. Είναι τα κατ' εξοχήν εργαλεία που επέτρεψαν αρχικά και την εξόρυξη όλου αυτού του άνθρακα.

Τα ορυκτά καύσιμα δεν αποτελούν τον μοναδικό παράγοντα που επιφέρει κλιματική αλλαγή – υπάρχει η βιομηχανική γεωργία και η αποψίλωση των δασών – αποτελούν ωστόσο, τον πιο κρίσιμο. Το γεγονός είναι, ότι τα ορυκτά καύσιμα είναι τόσο εγγενώς ρυπογόνα και τοξικά που επιτάσσουν θυσίες ανθρώπων και τόπων: ανθρώπων που οι πνεύμονες και τα σώματά τους μπορεί να θυσιαστούν για να εργαστούν στα ανθρακωρυχεία, ανθρώπων των οποίων η γη και τα ύδατα μπορεί να θυσιαστούν για την διάνοιξη ορυχείων υπαίθριας εκμετάλλευσης ή χώρων απόρριψης υδρογονανθράκων. Είναι χαρακτηριστικό εξάλλου, ότι μέχρι την δεκαετία του '70 η κυβέρνηση των ΗΠΑ αναφερόταν ανοιχτά σε ορισμένα τμήματα της χώρας που είχαν οριστεί ως «εθνικές περιοχές θυσίας».

Αρκεί να σκεφτούμε τα Απαλάχια όρη, που δεν δίστασαν να τα ανατινάξουν με σκοπό την εξόρυξη άνθρακα, επειδή υποτίθεται ότι η απομάκρυνση του άνθρακα από την κορυφή του βουνού είναι φθηνότερη από την εκσκαφή υπόγειων ορυγμάτων. Ή πάλι μπορούμε να αναφερθούμε σε παρόμοιες θυσίες που έγιναν και σε αστικές περιοχές, πλησίον εργοστασίων και διυλιστηρίων, στον βωμό της μετατροπής όλου αυτού του άνθρακα, σε ηλεκτρική ενέργεια. Στην Βόρειο Αμερική, παρατηρείται ότι υπάρχουν κοινότητες όπου η συντριπτική πλειονότητα των εγχρώμων, μαύρων και λατινοαμερικανών, αναγκάσθηκαν να επωμιστούν το τοξικό φορτίο του συλλογικού εθισμού μας στα ορυκτά καύσιμα, παρουσιάζοντας αισθητά υψηλότερα ποσοστά αναπνευστικών παθήσεων και καρκίνων. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο αγώνων εναντίον του «περιβαλλοντικού ρατσισμού» ανδρώθηκε το κίνημα για την κλιματική δικαιοσύνη.

Οι ζώνες θυσίας στα ορυκτά καύσιμα είναι διάσπαρτες ανά την υδρόγειο. Ας πάρουμε το παράδειγμα του Δέλτα του Νίγηρα, που κάθε χρόνο δηλητηριάζεται με απόρριψη πετρελαίου αντίστοιχη με εκείνη του ατυχήματος της Exxon Valdez, μια διαδικασία που ο Ken Saro-Wiwa (Κεν Σάρο-Ουίουα), είχε χαρακτηρίσει ως «οικολογική γενοκτονία» πριν να τον δολοφονήσει η κυβέρνηση της χώρας του, το 1995. Είχε μάλιστα πει, ότι οι εκτελέσεις των διαφόρων εθνοτικών ηγετών, έγιναν εξ ολοκλήρου «στον βωμό της Shell».

Στην χώρα μου πάλι, τον Καναδά, η απόφαση να εξορύσσουν πετρέλαιο από την πετρελαιοφόρο άμμο της Αλμπέρτας, που περιέχει πίσσα – μια ιδιαίτερα βαριά μορφή πετρελαίου – οδήγησε στην κατάλυση των συνθηκών με τα «Πρώτα Έθνη» [2], οι οποίες είχαν υπογραφεί με το Βρεταννικό Στέμμα και εγγυώντο ότι οι αυτόχθονες λαοί του Καναδά θα διατηρούσαν το δικαίωμα να κυνηγούν, να ψαρεύουν και να ζουν παραδοσιακά στην γη των προγόνων τους. Συνθήκες που κουρελιάστηκαν, αφού τα όποια δικαιώματα απορρέουν από αυτές δεν έχουν νόημα, την στιγμή που η γη βεβηλώνεται, τα ποτάμια μολύνονται, οι άλκες [3] και τα ψάρια είναι κατάστικτα από όγκους.

Και η κατάσταση χειροτερεύει: Το Φορτ Μακμάρεϋ – η πόλη που βρίσκεται στο κέντρο των αμμωδών πετρελαιοφόρων κοιτασμάτων, εκεί όπου κατοικούν πολλοί από τους εργάτες και δαπανώνται πολλά από τα χρήματα – έχει μετατραπεί σε κολαστήριο, από την τόσο μεγάλη ζέστη και την ξηρασία. Κάτι που δεν είναι άμοιρο του τι εξορύσσεται στην περιοχή.


πηγή tvxs
Μετάφραση-Επιμέλεια: Γεωργία Πρωτογέρου

Η Naomi Klein (Ναόμι Κλάιν) είναι συγγραφέας των έργων:
Αυτό αλλάζει τα πάντα: Καπιταλισμός εναντίον κλίματος,
Το Δόγμα του Σοκ: Η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής,
No Logo: No space, no choice, no jobs
κ.ά.

* Το παραπάνω δοκίμιο αποτελεί αποτύπωση της ομιλίας της στην ετήσια διάλεξη της δεκαπενθήμερης επιθεώρησης The London Review of Books (5/5/2016) για τον Edward W. Said (1935-2003), παλαιστινιακής καταγωγής Αμερικανό κριτικό λογοτεχνίας, πανεπιστημιακό και διανοούμενο, εισηγητή της σύγχρονης έννοιας του όρου Οριενταλισμός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...