Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Κτηνοτροφία: Η ιστορία μιας "ακριβής" βιομηχανίας


του Γιώργου Κολέμπα
Στην αρχική της μορφή η κτηνοτροφία (επειδή η λέξη κτήνος είναι αρνητικά φορτισμένη θα χρησιμοποιώ τον όρο ζωοεκτροφή από δω και πέρα) είχε στόχο την εξασφάλιση κρέατος για την οικογένεια-ομάδα. Το γάλα δεν το χρησιμοποιούσαν και σαν κτηνοτροφικά προϊόντα θεωρούσαν το μαλλί και τα δέρματα, από τα οποία κατασκεύαζαν ρούχα και διάφορα άλλα αντικείμενα. Η κτηνοτροφία αρχίζει να αποκτά εμπορικό χαρακτήρα με την πλήρη εγκατάσταση των ανθρώπων σε οικισμούς και τον χωρισμό σε αγρότες και ζωοεκτροφείς.
Μέχρι πριν από 100 περίπου χρόνια, η ζωοεκτροφή εξακολουθούσε να έχει σαν αποκλειστικό σκοπό τα απαραίτητα ζωικά προϊόντα για την οικογένεια και μόνο ένα μικρό μέρος για την αγορά. Μετά τη βιομηχανική επανάσταση, που όλο και περισσότερος πληθυσμός άρχισε να εγκαταλείπει τις παραδοσιακές ασχολίες και να δουλεύει στα εργοστάσια, άρχισε να δημιουργείται μεγάλη ζήτηση από διάφορα τρόφιμα και φυσικά και ζωικά προϊόντα. Έτσι άρχισαν να δημιουργούνται οι φάρμες, που είχαν σαν αποκλειστική αποστολή την εκτροφή των ζώων και την παραγωγή ζωικών προϊόντων. Έτσι αρχίζει η εποχή της εντατικής ζωοεκτροφής. Κάποια χρήσιμα στοιχεία: Το 40% των εδαφών της Γης είναι καλλιεργήσιμα, εκ των οποίων το 1/3 χρησιμοποιείται για την παραγωγή ζωοτροφών.
Η κατανάλωση κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων αυξάνεται κάθε χρόνο, ενώ η παγκόσμια παραγωγή κρέατος προβλέπεται να υπερδιπλασιαστεί από τα 229 εκατομμύρια τόνους το 1999/2001 σε 465 εκατομμύρια τόνους το 2050.
Από αρχές του 1960: ο παγκόσμιος πληθυσμός 2-πλασιάσθηκε, η κατανάλωση κόκκινου κρέατος 4-πλασιάσθηκε, κρέατος πουλερικών 10-πλασιάσθηκε. Υπολογίζονται σε 60 δις τα ζώα εκτροφής και συμβαίνει κάτι παράδοξο – στα αναπτυγμένα κράτη περίπου 1 δις άτομα πάσχουν από παχυσαρκία και προβλήματα υγείας που συνδέονται με τον τρόπο διατροφής(Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνωρίζει ότι η επιδημία της παχυσαρκίας αποτελεί ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα υγείας και η κατανάλωση ζωικών λιπών και κτηνοτροφικών προϊόντων ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για αυτό), ενώ στις αναπτυσσόμενες χώρες ο ίδιος αριθμός ατόμων πάσχουν από υποσιτισμό.
Η εκτροφή ζώων είναι ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες των σημερινών σοβαρότατων περιβαλλοντικών προβλημάτων, ιδιαίτερα της κλιματικής αλλαγής. Σύμφωνα με έκθεση του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ που δημοσιεύθηκε στις 29.11.06 η ζωοεκτροφή ευθύνεται για τις παρακάτω εκπομπές αερίων θερμοκηπίου σε παγκόσμιο επίπεδο:
1) 9% του διοξειδίου του άνθρακα
2) 65% του οξειδίου του αζώτου το μεγαλύτερο μέρος του οποίου προέρχεται από την κοπριά και το οποίο είναι 296 φορές πιο επιβαρυντικό σε σχέση με το διοξείδιο του άνθρακα
3) 37% του μεθανίου το οποίο παράγεται κατά ένα μεγάλο μέρος από το πεπτικό σύστημα των μηρυκαστικών και είναι 23 φορές πιο επιβαρυντικό σε σχέση με το διοξείδιο του άνθρακα, και
4) 64% της αμμωνίας που προκαλείται από τα ούρα των ζώων και συμβάλλει σημαντικά στην όξινη βροχή. Χρησιμοποιώντας πλέον το 30% ολόκληρης της επιφάνειας του γήινου εδάφους, αποψιλώνονται ολόκληρα δάση για να μετατραπούν σε βοσκότοπους.
Σύμφωνα με μια επίσημη έρευνα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής: 13% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου προέρχονται από τη παραγωγή ζωϊκών προϊόντων διατροφής ( κρέας, γάλα και αυγά) στην Ε.Ε.
Σύμφωνα με την έρευνα: περισσότερο ζημιογόνα για το κλίμα είναι τα μυρηκαστικά. Έτσι για την παραγωγή 1 κιλού βοδινού κρέατος έχουμε εκπομπή 22 κιλών «ισοδύναμου διοξειδίου», 1 κιλού αρνήσιου-κατσικίσιου κρέατος εκπομπή 20 κιλών, ενώ 1 κιλού χοιρινού εκπομπή μόνο 7,5 κιλών καθώς και 1 κιλού πουλερικών εκπομπή 5 κιλών «ισοδύναμου CO2»…
Η παραγωγή αυγών και γάλακτος είναι πιο φιλική για το κλίμα (επειδή τα ζώα χρειάζονται λιγότερη ενέργεια για αυτό): σε 1 κιλό αυγών ή κατσικίσιου-προβατίσιου γάλακτος αντιστοιχούν 3 κιλά εκπομπή «ισοδύναμου CO2», ενώ σε 1 κιλό αγελαδινού αντιστοιχούν μόνο 1,4 κιλά εκπομπών.
Σύμφωνα βέβαια με τον ΟΗΕ (FAO) η ζωοεκτροφή εκπέμπει το 18% του «ισοδύναμου CO2», σε παγκόσμιο επίπεδο[1].
Ο Γερμανικός Σύνδεσμος Χορτοφάγων -με αφορμή τα αποτελέσματα αυτών των ερευνών- ζητά να ανέβει ο συντελεστής φορολόγησης των προϊόντων κρέατος και γάλακτος από τον πολύ χαμηλό 7% στον 19%, όπως είναι για παράδειγμα ο συντελεστής φορολόγησης του γάλακτος που παράγεται από σόγια[2]
Αντίθετα η Γερμανική Αγροτική Ένωση απέρριψε το αίτημα των Χορτοφάγων και είναι κατά οποιασδήποτε αύξηση της φορολογίας των ζωϊκών προϊόντων.

Από την άλλη: περίπου το 20% των βοσκότοπων έχουν υποβαθμιστεί λόγω της υπερβόσκησης, της διάβρωσης και της ρύπανσης του εδάφους από τα ζωικά απόβλητα, τα αντιβιοτικά, τις ορμόνες, τις χημικές ουσίες από τη βυρσοδεψία, τα λιπάσματα και τα φυτοφάρμακα που χρησιμοποιούνται για να ψεκαστούν οι καλλιέργειες ζωοτροφών. Όσο δε αφορά τους φθίνοντες πλέον υδάτινους πόρους της γης, η κτηνοτροφία χρησιμοποιεί τεράστιες ποσότητες νερού κι είναι ένας σημαντικός παράγοντας ρύπανσης και μόλυνσης του υδροφόρου ορίζοντα.
Υπάρχει επίσης μεγάλη σπατάλη φυσικών πόρων και ενέργειας. Στη Δύση, το μισό από το νερό που καταναλώνεται, πηγαίνει στην εκτροφή. Ενδεικτικά ο παρακάτω πίνακας:
Παραγωγή κρέατος ανά κιλόΛίτρα νερού που απαιτούνται
1 κ. μοσχαρίσιου κρέατος 22.000 lt
1 κ. βοδινού κρέατος 15.000 lt
1 κ. κρέας κοτόπουλου 3.500–6.000 lt
Παραγωγή γάλατος: για 1 lt γάλατος απαιτούνται 990 lt νερού
Παραγωγή φυτικής τροφής (για σύγκριση): 1 κ. καλαμποκιού απαιτεί 450 lt νερού.
Σύμφωνα με μια έκθεση του Σουηδικού Πανεπιστημίου Γεωργικών Επιστημών ( Lantb ruksuniversitet ), η ενέργεια που καταναλώνεται για την παραγωγή ενός κιλού χοιρινού και ενός κιλού βοδινού, είναι 8.3 και 12.8 kWh αντίστοιχα. Συγκριτικά, η παραγωγή ενός κιλού φασολιών απαιτεί μόνο 0.86 kWh και ενός κιλού πατατών μόνο 0.44 kWh . Δηλαδή, απαιτείται 10-20 φορές περισσότερη ενέργεια για την παραγωγή ζωικών προϊόντων, απ’ότι για την παραγωγή φυτικής τροφής. Τα ζώα καταναλώνουν περισσότερη πρωτεΐνη τρώγοντας φυτά, από την πρωτεΐνη που μπορούν να παράγουν με τη μορφή κρέατος, γάλακτος και αυγών. Για παράδειγμα, 7 κιλά σιτηρών χρειάζονται για να παραχθεί ένα κιλό κρέας. Σαν «μηχανές» για τη μετατροπή της φυτικής πρωτεΐνης σε ζωική πρωτεΐνη, είναι εντελώς αναποτελεσματικά. Ο βαθμός μετατροπής από ζωοτροφή σε τροφή για τον άνθρωπο, κυμαίνεται από 1:30 έως 1:4 ανάλογα με το είδος του ζώου. Παρόλα αυτά τα ζώα τρέφονται με μεγάλες ποσότητες ζωοτροφής υψηλής πρωτεϊνικής αξίας, τη στιγμή που «είναι πιο αποδοτικό να τρώμε απευθείας ό,τι καλλιεργούμε, αντί να το αφήσουμε να περάσει πρώτα μέσα από ένα ζώο». Επίσης η μαζική-εντατική εκτροφή των εκατομμυρίων ζώων αφανίζει τη ζωή και από τις θάλασσες αφού περίπου το 50% των ψαριών που αλιεύονται χρησιμοποιούνται ως τροφή για τα γουρούνια, τις αγελάδες, τα πρόβατα, τα κοτόπουλα κλπ. Αυτά τα ζώα καταναλώνουν περισσότερους τόνους ψαριών από ότι όλοι οι καρχαρίες, τα δελφίνια και οι φώκιες ολόκληρου του πλανήτη. Έτσι οι πληθυσμοί των ψαριών σταδιακά εξαφανίζονται ενώ οι φάλαινες, οι φώκιες, τα δελφίνια και τα θαλασσοπούλια πεθαίνουν από πείνα.
Αν οι «αναπτυγμένες» χώρες μειώσουν την κατανάλωση κρέατος, θα μπορούσαμε επιπλέον να αντιμετωπίσουμε σε σημαντικό βαθμό την παγκόσμια πείνα, η οποία σκοτώνει περίπου 6 εκατομμύρια παιδιά κάθε χρόνο. Το 25% του πληθυσμού της γης υποσιτίζεται λόγω κυρίως της χρησιμοποίησης της γης για την παραγωγή ζωοτροφών και της διατροφής των ζώων με δημητριακά και σόγια, όταν αυτά θα μπορούσαν να θρέψουν τον υποσιτιζόμενο κόσμο.
Για 1 κιλό κρέατος απαιτείται γη που θα μπορούσε να παράγει:
Δημητριακά 6 κιλά
Ρύζι 9 κιλά
Όσπρια 12 κιλά
Λόγω των άθλιων και ανθυγιεινών συνθηκών εκτροφής των ζώων, καθώς και των ορμονών ανάπτυξης και πάχυνσης που τους χορηγούνται για την επιτάχυνση της παραγωγής κρέατος και γάλακτος, ένα σημαντικό ποσοστό της παγκόσμιας παραγωγής αντιβιοτικών (περίπου το 50%) χορηγείται στα εκτρεφόμενα ζώα. Όμως παρά την τόσο απλόχερη ιατρική «φροντίδα», ασθένειες και επιδημίες όπως η νόσος των τρελών αγελάδων και των πτηνών, η γρίπη των χοίρων, ο μελιταίος πυρετός, κλπ. ξέσπασαν σκορπώντας τον πανικό. Η αφύσικη τροφή που τρώνε τα εκτρεφόμενα ζώα (ιχθυάλευρα, αλεσμένα κόκκαλα, νύχια, τρίχες κλπ), οι άθλιες συνθήκες διαβίωσής τους και η υπερβολική χορήγηση αντιβιοτικών και ορμονών, καθιστούν την κατανάλωση κρέατος εντελώς επιβλαβή για την ανθρώπινη υγεία, ενώ οι απάνθρωπες συνθήκες μεταφοράς τους, αλλά και η ίδια η φρικαλέα διαδικασία σφαγής των ζώων θέτουν ζητήματα βιοηθικής. Η σφαγή, η μεταφορά, η επεξεργασία και το μαγείρεμα θεωρούνται επίσης σημαντικό μέρος κατανάλωσης ενέργειας.
Παρόλα όμως αυτά τα τεράστια «εξωτερικά κόστη» στη συμβατική οικονομία, τα ζωϊκά προϊόντα κοστίζουν πολύ λιγότερο σε σχέση με το κόστος παραγωγής τους. Στη πραγματικότητα όμως η παγκόσμια ζωοεκτροφή είναι ουσιαστικώς αντιπαραγωγική. Χρειάζεται επομένως μεγάλη αποανάπτυξη στη ζωοεκτροφή και να πάμε σε μια ζωοεκτροφή στα πλαίσια ολοκληρωμένων αγροκτημάτων. Έτσι θα έχουμε και αποανάπτυξη στη παραγωγή ζωϊκών προϊόντων, καθώς και στη κατανάλωσή τους:
Αν κάποιος δεν φάει κρέας μία φορά τη βδομάδα, τότε όλο το χρόνο εξοικονομεί 170 κιλά διοξειδίου εκτός του ότι παράλληλα θα εξοικονομήσει φυτική τροφή για τους φτωχούς του κόσμου.
Αν κάποιος ακολουθήσει τη μεσογειακή δίαιτα και τρώει μια φορά τη βδομάδα κρέας τότε εξοικονομεί 1020 κιλά/έτος=2/3 των εκπομπών ενός νέας τεχνολογίας αυτοκινήτου (150γρ/χιλ x10.000χιλ=1500 κιλ/έτος)
Έχει αναπτυχθεί κίνημα πόλεων για μια μέρα τη βδομάδα «αποχή κρέατος» (Paul McCartney, ”Less meat, less heat”, The Lanset: μείωση 30% κρέατος, μείωση θανάτων από καρδιαγγειακές παθήσεις κατά 18.000 στη Βρετανία)
Αν π.χ. οι κάτοικοι του Δήμου Βόλου (περίπου 140.000) ακολουθούσαν τη μεσογειακή διατροφή, τότε θα εξοικονομούσαν: 140.000χ1020=142.800.000 κιλά=0,1428 γιγατόνοι =1% των ετήσιων παγκόσμιων εκπομπών( περίπου 14 γιγατόνοι). Να μια ουσιαστική και όχι μόνο συμβολική καμπάνια σε κάθε δήμο! Μπορεί να εξελίσσεται, συνδεδεμένη και με την οικονομική κρίση, σε πρόταση για μεσογειακή διατροφή, που εκτός της υγείας θα προφυλάξει και το κλίμα
[1] Η σχέση μεταξύ του βιομηχανικού συστήματος τροφίμων και της υπερθέρμανσης του πλανήτη δεν φαίνεται συχνά να είναι άμεση, λόγω κυρίως του τρόπου με τον οποίο παρουσιάζονται τα στατιστικά στοιχεία. Έχει υπολογισθεί ότι η εκτεταμένη χρήση χημικών λιπασμάτων και φυτοφαρμάκων, η επέκταση της βιομηχανίας κρέατος με επακόλουθο τη καταστροφή των σαβάνων και των δασών του πλανήτη για να αυξηθούν τα βασικά γεωργικά προϊόντα, είναι από κοινού υπεύθυνες για το ένα τρίτο περίπου των αερίων του θερμοκηπίου, που προκαλούν παγκόσμια αλλαγή του κλίματος. Όταν προσθέσουμε όμως σε αυτά και το ποσό της ενέργειας από ορυκτά καύσιμα που χρησιμοποιείται για την επεξεργασία των γεωργικών προϊόντων, για τη ψύξη και συντήρησή τους, για τη συσκευασία, για τη μεταφορά τους σε όλο τον κόσμο και στη συνέχεια για τη διανομή τους σε σούπερ-μάρκετ, ο ρόλος της βιομηχανίας τροφίμων στη δημιουργία της κλιματικής αλλαγής αυξάνει σημαντικά. Το παγκόσμιο σύστημα τροφίμων μπορεί να είναι υπεύθυνο για το μισό περίπου των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στον κόσμο.
[2]. «Σε κάθε περίπτωση, οι αριθμοί της έρευνας είναι ένα γεγονός το οποίο πρέπει να λάβουμε υπόψη και οι καταναλωτές και οι πολιτικοί», δήλωσε ο πρόεδρος των Χορτοφάγων Sebastian Zösch. «Είναι ένα ακόμα επιχείρημα για τη μείωση της κατανάλωσης κρέατος και των άλλων ζωϊκών προϊόντων».

topikopoiisi.eu

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...