ΑΡΡΩΣΤΕΣ ΠΡΑΣΙΝΕΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ

(περιλαμβάνεται στο συλλογικό τόμο "Εκπαίδευση για το Περιβάλλον και την Αειφορία στις αρχές του 21ου αιώνα" που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΔΙΑΔΡΑΣΗ)

των Τάσου Κρομμύδα, Νίκου Μάντζαρη, Γιάννη Παρασκευόπουλου

Αντίθετα με τις περισσότερες κατηγορίες άρρωστων πολιτικών, οι άρρωστες πράσινες πολιτικές έχουν την ιδιαιτερότητα να συνδέονται με ένα διεθνώς κατοχυρωμένο όρο: το greenwashing ( «πράσινο ξέπλυμα» επί λέξει, ή «ψευδεπίγραφο πρασίνισμα» σε πιο ελεύθερη μετάφραση) είναι ήδη παλιό σχεδόν όσο και η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης, καλύπτει όμως μόνο συνειδητές και σκόπιμες στρεβλώσεις.   
Οι απόψεις που εκφράζονται στο άρθρο αυτό, αντικατοπτρίζουν λιγότερο την αυστηρή μεθοδολογία της ακαδημαϊκής έρευνας και περισσότερο την κοινωνική και πολιτική οπτική του πράσινου κινήματος και των Οικολόγων Πράσινων, όπου συμμετέχουν και οι συγγραφείς. Στο άρθρο αυτό αναλύεται αρχικά η ιστορική διαμόρφωση των άρρωστων πράσινων πολιτικών και των παραγόντων που τις καθορίζουν, ενώ στη συνέχεια παρουσιάζονται δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα: ένα από τη διεθνή μάχη κατά της κλιματικής αλλαγής, και ένα από την άμεση ελληνική επικαιρότητα. 

Περιβάλλον και βιώσιμη ανάπτυξη: η ανάδυση των διεθνών συναινέσεων

Η έννοια των άρρωστων πράσινων πολιτικών όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα, εμφανίζεται την εποχή αμέσως μετά τη λήξη του Ψυχρού Πολέμου.

Επιμέρους πολιτικές  για επείγοντα περιβαλλοντικά θέματα, υπήρχαν φυσικά σε κάθε εποχή: η αυστηρή βρετανική νομοθεσία της δεκαετίας του 1950 για την ατμοσφαιρική ρύπανση στο Λονδίνο [1] ή το διεθνές Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ [2] για τους χλωροφθοράνθρακες (CFCs) που καταστρέφουν τη στοιβάδα του όζοντος (1986), ανήκουν στην κατηγορία αυτή.  Τέτοιες πολιτικές μπορούσαν να αξιολογούνται ως  επαρκείς ή ανεπαρκείς, αποτελεσματικές ή αναποτελεσματικές, όχι όμως και ως «υγιείς» ή «άρρωστες».  Ο λόγος είναι ότι η τελευταία αυτή διάκριση προϋποθέτει το περιβάλλον ως συνολικότερη αυτοτελή αξία επαρκώς αναγνωρισμένη κοινωνικά, πολιτισμικά και πολιτικά, ώστε η επίκλησή της να μπορεί να εκτονώνει πιέσεις και να νομιμοποιεί το ενδεχόμενο να θυσιαστούν, εν όλω ή εν μέρει, άλλες αξίες για χάρη της.  Διαφορετικά δεν μιλάμε καν για «πράσινες πολιτικές», αλλά μόνο για παρεμβάσεις σε περιβαλλοντικά ζητήματα.

Οι συναινέσεις αυτές πρωτοεμφανίστηκαν, σε διεθνές επίπεδο, την περίοδο 1989-1992. Μέχρι τότε ο ανταγωνισμός του Ψυχρού Πολέμου, που αναφερόταν και στην πάση θυσία επικράτηση στο πεδίο της βιομηχανικής ανάπτυξης, δεν άφηνε πολλά περιθώρια να αναγνωριστεί το περιβάλλον ως ζήτημα πρώτης γραμμής. Μεγάλες περιβαλλοντικές οργανώσεις με κύρος (και) στις οικονομικές και πολιτικές ελίτ, όπως το Sierra Club στις Η.Π.Α. ή το WWF στην Ευρώπη, υπήρχαν φυσικά και επί Ψυχρού Πολέμου. Τα κύρια όμως ρεύματα του σύγχρονου πράσινου κινήματος (όπως τα πράσινα κόμματα και η Greenpeace) ήταν απότοκα της μεγάλης πολιτικής και πολιτισμικής κοσμογονίας του 1968, και τη δεκαετία του 1980 αποτελούσαν ακόμη σε μεγάλο βαθμό χώρους αμφισβήτησης. Ιδιαίτερα η αντίθεση στον Ψυχρό Πόλεμο και η παράλληλη εναντίωση τόσο στις κυρίαρχες αξίες της «Ανατολής» όσο και σε εκείνες της «Δύσης», αποτελούσε πάγια σταθερά τους.  

Στο σύντομο διάστημα ανάμεσα στην πτώση του τείχους του Βερολίνου (Νοέμβριος 1989) και την οριστική διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης (Δεκέμβριος 1991), τα περισσότερα από τα δεδομένα αυτά ανατράπηκαν με καταιγιστικούς ρυθμούς:
·         Η Δύση, που κέρδιζε ήδη κατά κράτος τον Ψυχρό Πόλεμο σε πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο, ανακάλυπτε ότι είχε «κερδίσει» και στα μέτωπα του περιβάλλοντος: οι περιβαλλοντικές καταστροφές από την εκ των άνω εκβιομηχάνιση στις ανατολικές χώρες είχαν τελικά πολλαπλάσια έκταση και ένταση, συγκριτικά με τη Δύση όπου οι πολίτες είχαν τουλάχιστον τη δυνατότητα  να πιέζουν και να ελέγχουν την εξουσία μέσω δημόσιου διαλόγου και κινητοποιήσεων. Οι δυτικές πολιτικές και οικονομικές ηγεσίες, που μέχρι τότε αντιμετώπιζαν αρκετά καχύποπτα το πράσινο κίνημα, διαπίστωναν λοιπόν ξαφνικά ότι η (συγκριτικά μεγαλύτερη) περιβαλλοντική μέριμνα μπορούσε να είναι  απόλυτα συμβατή με την οικονομική επικράτηση.
·         Σε αρκετές χώρες της Κεντρικής-Ανατολικής Ευρώπης αναδείχθηκαν τα χρόνια της μετάβασης ισχυρά (αλλά, τελικά, βραχύβια) πράσινα κινήματα, που στηρίχθηκαν στις αντιψυχροπολεμικές παρακαταθήκες των Πράσινων για να παίξουν καταλυτικό ρόλο και στην κατάρρευση των παλιών καθεστώτων. 
·         Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου υποχρέωνε και τα πράσινα κόμματα να επαναπροσδιορίσουν  τη  στρατηγική τους. Έχοντας ήδη αποδείξει την ανοχή τους στο χρόνο, έβλεπαν ότι η εναντίωση στον Ψυχρό Πόλεμο δεν είχε πια αντικείμενο, ενώ η εκλογική ήττα του 1991 άφησε για πρώτη φορά τους Γερμανούς Πράσινους εκτός ομοσπονδιακής Βουλής και επιτάχυνε την πλήρη επικράτηση της τάσης των realos που αποδέχονταν ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών.
·         Σε όλη την Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, η γενιά του 1968 ερχόταν σιγά σιγά στα πράγματα και εντασσόταν ομαλά στον κορμό της κοινωνίας. Οι νέοι πολιτικοί που την εκπροσωπούσαν ήταν εξοικειωμένοι με την προβληματική των Πράσινων, ενώ και τα κόμματά τους άρχιζαν να ενσωματώνουν στα προγράμματά τους  πολιτικές  και προτάσεις για το περιβάλλον, συχνά υπό την πίεση και των Πράσινων ανταγωνιστών τους.  Εντυπωσιακότερη περίπτωση ήταν  ίσως το Beyond Fire που κυκλοφόρησε το 1992 ο Αλ Γκορ ως υποψήφιος αντιπρόεδρος των Η.Π.Α., όπου κήρυσσε τον κινητήρα εσωτερικής καύσης (και μαζί του όλη τη βιομηχανία πετρελαίου) τεχνολογικά απαρχαιωμένο και κλινικά νεκρό. 
·         Μέρος της γενιάς αυτής ήταν φορέας και μιας νέας επιχειρηματικότητας, που προσπαθούσε να συμφιλιώσει τις πράσινες αξίες με την οικονομική αποδοτικότητα. Αντίστοιχες γέφυρες άρχιζαν όμως να δημιουργούνται και από την πλευρά της παραδοσιακής επιχειρηματικότητας που διέβλεπε νέα πεδία βιομηχανικών καινοτομιών και αντίστοιχων κερδών (αλλά και την ανάγκη συστηματικών παρεμβάσεων των  επιχειρήσεων σε αποφάσεις που θα μπορούσαν να οριοθετούν τις δραστηριότητες και τα κέρδη τους). Αυτή ακριβώς την τάση ενσάρκωνε το «Παγκόσμιο Συμβούλιο Επιχειρήσεων για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη-WBCSD» [3] που ξεκίνησε το 1992 συσπειρώνοντας δεκάδες επικεφαλής μεγάλων διεθνών εταιρειών.

Σε όλα αυτά, ερχόταν να προστεθεί ένα κλίμα γενικευμένης αισιοδοξίας:  Αν μέχρι τότε όλα σχεδόν τα προβλήματα κατέληγαν  να συνδέονται με τη μια ή την άλλη παράμετρο του Ψυχρού Πολέμου, το τέλος του ήταν φυσικό να δημιουργεί υψηλές προσδοκίες για τα πάντα. Ανοικτά σύνορα, ειρήνη και συνεργασία, δημοκρατία και ελευθερίες, συνδυασμός της οικονομίας της αγοράς με επαρκές κοινωνικό κράτος και περιορισμένες μόνο ανισότητες, συνόψιζαν τις προσδοκίες των περισσότερων στον Παγκόσμιο Βορρά.  

Στο αισιόδοξο αυτό παγκόσμιο τοπίο, διαμορφωνόταν χώρος και για το περιβάλλον.  Ιδιαίτερα ενθαρρυντικά μηνύματα έστελνε η νωπή τότε (1986) επιτυχία του Πρωτοκόλλου του Μόντρεαλ για την προστασία της στοιβάδας του όζοντος, με την ταχύρρυθμη υλοποίησή του. Έτσι η από χρόνια προγραμματισμένη για το 1992 Παγκόσμια Διάσκεψη του Ο.Η.Ε. για το περιβάλλον, στο Ρίο της Βραζιλίας, αναβαθμιζόταν τώρα στο κατάλληλο φόρουμ για καταλυτικές εξελίξεις στην αντιμετώπιση του περιβάλλοντος. Στην προπαρασκευαστική επιτροπή της Διάσκεψης (Παγκόσμια Επιτροπή για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, 1983-7) η προεδρία της Gro Harlem Brundtland, πρώην πρωθυπουργού της Νορβηγίας, αποκτούσε εκ των υστέρων ιδιαίτερο συμβολικό βάρος: η Νορβηγία ως χώρα συμπύκνωνε εκείνες ακριβώς τις προσδοκίες που χαρακτήριζαν την εποχή μετά το 1989, ενώ προβαλλόταν και ως πρότυπο ήπιας ανάπτυξης χάρη στην εκτεταμένη ενεργειακή αξιοποίηση των άφθονων φυσικών υδατοπτώσεών της.   

Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης, όπως οικοδομήθηκε και παρουσιάστηκε με την έκθεση Brundtland  «Το κοινό μας μέλλον» [4] τον Οκτώβριο του 1987, αποτελούσε ουσιαστικά μια καλών προθέσεων προσπάθεια Ιστορικού Συμβιβασμού ανάμεσα στην ανάπτυξη και το περιβάλλον, επεξεργασμένη με ιδιαίτερη προσοχή.  Η κοινωνική διάσταση, ως ρητός στόχος περιορισμού των κοινωνικών ανισοτήτων, αποτελούσε τον τρίτο πυλώνα της βιώσιμης ανάπτυξης. 

Το αίτημα για βιώσιμη ανάπτυξη αποτελούσε λοιπόν γνήσιο παιδί της εποχής του τέλους του Ψυχρού Πολέμου. Ενδεικτικό είναι άλλωστε ότι η σχετική δημόσια συζήτηση,  αρκετά περιορισμένη τα πρώτα χρόνια 1987-89 (παρόλο που το τέλος του Ψυχρού Πολέμου ήταν τότε ήδη ορατό), κορυφώθηκε κυρίως μετά το 1990, στην πορεία προς την Παγκόσμια Διάσκεψη του Ρίο.

Η τελευταία αποτέλεσε πραγματικό ιστορικό σταθμό: 108 αρχηγοί κρατών, 4 διεθνείς συμφωνίες (Διακήρυξη για το Περιβάλλον και την Ανάπτυξη, Agenda 21, Σύμβαση-Πλαίσιο για τη Βιοποικιλότητα, Σύμβαση – Πλαίσιο για την Κλιματική Αλλαγή), ριζική αναβάθμιση του ρόλου των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων (αλλά και των επιχειρηματικών οργανώσεων) ως κοινωνικών εταίρων-stakeholders.  Στη γενικευμένη αισιοδοξία εκείνων των ημερών μόνη σκιά αποτελούσε η επιφυλακτικότητα των Η.Π.Α., όπου όμως η προοπτική εκλογής των Κλίντον - Γκορ φαινόταν να ανοίγει παράθυρο για ουσιαστικότερες προσδοκίες.

Η δυναμική αυτή του Ρίο και η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης ως οικουμενικά αποδεκτός στόχος, αποτέλεσαν και τη νομιμοποιητική βάση των πράσινων πολιτικών. Οι τελευταίες προορίζονταν ουσιαστικά να αποτελέσουν το εργαλείο που θα μετέτρεπε τη γνωστή σκληρή ανάπτυξη, με το υψηλό της τίμημα για τις κοινωνίες και το περιβάλλον, σε βιώσιμη: φιλική προς το περιβάλλον και τις κοινωνίες. Με δεδομένο όμως ότι η υιοθέτηση της βιώσιμης ανάπτυξης αναγνωριζόταν από όλους ως αρχή και όχι τέλος του δρόμου, ανοίγονταν περιθώρια και για άρρωστες πράσινες πολιτικές, που θα επικαλούνταν τη βιωσιμότητα ως διακηρυκτικό στόχο προκειμένου να προωθήσουν στην πραγματικότητα άλλες, αντίθετες προτεραιότητες. Εξίσου σημαντική κατηγορία άρρωστων πράσινων πολιτικών, θα αντιπροσώπευαν εκείνες που ξεκινούσαν μεν με πραγματικά θετικούς στόχους, αλλά αδυνατούσαν να αξιολογήσουν τις ενδεχόμενες παρενέργειες και να επαναπροσδιοριστούν στην πορεία.

Η αισιοδοξία που δεν επαληθεύθηκε

Τα αισιόδοξα δεδομένα που στήριξαν τη δυναμική του Ρίο, άρχισαν να διαβρώνονται από την πρώτη στιγμή. Βασική αδυναμία του εργαλείου της βιώσιμης ανάπτυξης ήταν ότι το πράσινο φως που άναβε για το περιβάλλον και την κοινωνική συνοχή, δέσμευε την οικονομία μόνο ως ευχή. Η συμφιλίωση της παγκόσμιας οικονομίας με το περιβάλλον - και μάλιστα σε αναπτυξιακή κατεύθυνση - προϋπέθετε ένα ευρύτατο σχέδιο αναπροσανατολισμού της: τέτοιο όμως σχέδιο δεν κατατέθηκε ποτέ, ούτε και αναζητήθηκε μέσα από μια σοβαρή συζήτηση.  Αντίθετα, όλα αφέθηκαν σε αποσπασματικές πρωτοβουλίες των ενδιαφερόμενων κυβερνήσεων και επιχειρήσεων.  Επιπλέον, οι δεσμεύσεις του Ρίο περιβλήθηκαν με ασθενή μόνο νομική ισχύ (soft law), καθώς δεν προβλέφθηκε να επικρατούν απέναντι σε ειδικότερες ή μεταγενέστερες διεθνείς συμβάσεις.     

Αρκετοί έχουν ασκήσει κριτική και στην ίδια την έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης, επισημαίνοντας την εγγενή αντίφαση ανάμεσα στις πεπερασμένες δυνατότητες των οικοσυστημάτων και στη διαρκή μεγέθυνση των απαιτήσεων της οικονομίας σε φυσικούς πόρους  [5] [6].
Η κριτική αυτή δεν είναι αβάσιμη, παραβλέπει όμως ότι η πρόταση για βιώσιμη ανάπτυξη δεν είχε ποτέ την ευκαιρία να δοκιμαστεί πραγματικά και να αναδειχθούν στην πράξη οι  αντιφάσεις της. 

Αντίθετα, την επαύριο ήδη του Ρίο, προωθήθηκε από τις ίδιες ακριβώς κυβερνήσεις ένα οικονομικό και πολιτικό σχέδιο πλήρως ανταγωνιστικό με τις βασικές διακηρύξεις της βιώσιμης ανάπτυξης: η προτεραιότητα στην απελευθέρωση και αποσύνδεση του διεθνούς εμπορίου από τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους του.

Η ειρωνεία είναι ότι η πρωτοβουλία για την επίσπευση του σχεδίου αυτού προήλθε από τη διοίκηση Κλίντον-Γκορ, που μόλις είχε εκλεγεί στις Η.Π.Α. με την υπόσχεση να αντιστρέψει (και) την επιφυλακτική έως αρνητική στάση της προηγούμενης προεδρίας Μπους του πρεσβύτερου απέναντι στη δυναμική του Ρίο.
Κύρια αιχμή της προεκλογικής τους εκστρατείας ήταν  όμως το «its the economy, stupid!», και πραγματικά αυτό έκαναν:  έριξαν όλο το βάρος της αμερικανικής πολιτικής στην κατά προτεραιότητα ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων της GATT και την ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου με κανόνες που πρακτικά κατοχυρώνουν ως νόμιμο και δεσμευτικό εμπορικό πλεονέκτημα κάθε υποβάθμιση των κοινωνικών και περιβαλλοντικών όρων παραγωγής.  Πολύ σύντομα, στις διαπραγματεύσεις για το κλίμα, οι κανόνες αυτοί θα αποτελέσουν βασικό όπλο στην προσπάθεια των Η.Π.Α. και άλλων χωρών να αναλάβουν τις λιγότερες δυνατές δεσμεύσεις. [7]

Η είσοδος της Ρωσίας και της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου θα έρθει να παγιώσει αυτή τη δυναμική. Σταδιακά η παγκόσμια παραγωγή μετατοπίζεται προς την Ανατολή και τις χώρες BRIC, ενώ η κατανάλωση συνεχίζει να επικεντρώνεται στην Ευρώπη και τις Η.Π.Α., που με τη σειρά τους προσπαθούν όλο και περισσότερο να στηριχθούν στην καινοτομία και σε ένα όλο και πιο ανεξέλεγκτο χρηματοπιστωτικό τομέα.

Για να συντηρηθούν οι ροές αυτές, συμπιέζεται τεχνητά και το οικονομικό κόστος των μεταφορών. Η κηροζίνη των αεροπλάνων παραμένει το μόνο αφορολόγητο καύσιμο παγκοσμίως, τα ναυτιλιακά καύσιμα φορολογούνται μόνο συμβολικά. 20 χρόνια μετά το Ρίο και 15 χρόνια μετά το Κιότο, οι διηπειρωτικές θαλάσσιες και αεροπορικές μεταφορές εξακολουθούν να μην υπολογίζονται στις δεσμεύσεις και τους στόχους για το κλίμα. 

Η δυναμική αυτή καταλήγει αυτοτροφοδοτούμενη: την τελευταία 20ετία το παγκόσμιο εμπόριο αυξάνει σταθερά με ρυθμούς ταχύτερους από το παγκόσμιο ΑΕΠ, βιομηχανική παραγωγή μετακινείται διαρκώς από τη Δύση προς τις νεοβιομηχανικές χώρες (που μάλιστα μέχρι στιγμής δεν υπόκεινται στους δεσμευτικούς στόχους του Κιότο ούτε για τις εξαγωγές τους), τα προϊόντα που αγοράζει ο μέσος πολίτης έρχονται από όλο και πιο μακριά εκλύοντας για τη μεταφορά τους ολοένα περισσότερα αέρια του θερμοκηπίου, ενώ στους κύκλους των οικονομολόγων γίνεται αποδεκτό περίπου ως αξίωμα ότι μια οικονομία μπορεί να διατηρήσει σταθερές τις θέσεις απασχόλησης και να συγκρατήσει την ανεργία, μόνο αν αναπτύσσεται διαρκώς τουλάχιστον με 3% το χρόνο.  

Άρρωστες πράσινες πολιτικές, σε ευνοϊκό πολιτικό περιβάλλον. Στην Ευρώπη….

Το πολιτικό αυτό πλαίσιο δημιουργεί ιδεώδεις συνθήκες για «εκκόλαψη» άρρωστων πράσινων πολιτικών:
·         Τυπικά και ρητορικά η βιώσιμη ανάπτυξη παραμένει κεντρική δέσμευση, στοιχείο που επιτάσσει το  σχεδιασμό και την υλοποίηση πράσινων πολιτικών.
·         Ουσιαστικά η οικονομία και η ανάπτυξή της παραμένουν απόλυτες και αυτονομημένες προτεραιότητες, υποτάσσοντας (και) τις πράσινες πολιτικές.

Ο συνδυασμός αυτός οδηγεί πολύ εύκολα σε πολιτικές που, πίσω από την πράσινη ρητορεία, καταλήγουν να προωθούν οικονομικά συμφέροντα ευθέως ανταγωνιστικά με το περιβάλλον και τη βιωσιμότητα. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί ακόμη και με πολιτικούς καλών προθέσεων, όπως η περίπτωση του Σταύρου Δήμα που, ως Ευρωπαίος Επίτροπος Περιβάλλοντος, είχε δημόσια παραδεχθεί την αστοχία της ευρωπαϊκής πολιτικής για την προώθηση των βιοκαυσίμων ως εργαλείο κατά της κλιματικής αλλαγής [8].  Επιχειρήματα για πιθανή διάβρωση ανταγωνιστικότητας, απώλεια θέσεων εργασίας ή συρρίκνωση κρίσιμων δημόσιων εσόδων συχνά παίζουν καταλυτικό ρόλο όταν απευθύνονται σε πρόσωπα που δεν έχουν άμεση δυνατότητα να ελέγξουν τη βασιμότητα των προβλέψεων, στερούνται εναλλακτικών οπτικών και, επιπλέον, είναι και οι ίδιοι εθισμένοι στο συγκεκριμένο τρόπο σκέψης.   

Πολύ ισχυρότερες όμως πιθανότητες να εκκολαφθούν άρρωστες πράσινες πολιτικές διαμορφώνονται σε ένα πολιτικό περιβάλλον όπου τα θεσμικά κέντρα αποφάσεων διαβουλεύονται κατά προτεραιότητα με τις επίσημες οργανώσεις των επιχειρήσεων:

Μόνο στο ευρωκοινοβούλιο ενεργοποιούνται σήμερα 14.000 λομπίστες, οι περισσότεροι με κανόνες διαφάνειας χαλαρότερους και από αυτούς που ισχύουν στις Η.Π.Α. [9]. Ινστιτούτα των μεγαλύτερων επιχειρήσεων όπως οι Friends of Europe [10] ή το European Roundtable of Industrialists [11] αποτελούν συχνά τους πραγματικούς εισηγητές Ευρωπαϊκών πολιτικών,  πριν ακόμη αυτές δοθούν στη δημοσιότητα και τεθούν σε διαβούλευση.

Η διαβούλευση είναι βέβαια ανοικτή και στους υπόλοιπους «κοινωνικούς εταίρους»: περιβαλλοντικές οργανώσεις, οργανώσεις καταναλωτών, εργατικά συνδικάτα, καταθέτουν και αυτά τις απόψεις και τα επιχειρήματά τους, συχνά προωθώντας ζητήματα, κερδίζοντας επί μέρους μάχες ή συνδιαμορφώνοντας πολιτικές. Η επιρροή τους όμως είναι ασύγκριτα ασθενέστερη από εκείνη των επιχειρήσεων: ενδεικτικό, για μια εποχή μάλιστα όπου η κυριαρχία των επιχειρήσεων δεν είχε τόσο προχωρήσει, είναι ότι ο (σοσιαλιστής) Ζακ Ντελόρ ως πρόεδρος της Κομισιόν είχε συναντήσει 8 φορές το European Roundtable of Industrialists και μόλις μία φορά το Ευρωπαϊκό Γραφείο Περιβάλλοντος [12], την κοινή ομπρέλα των μεγάλων περιβαλλοντικών οργανώσεων στις Βρυξέλλες. 

Ο κλοιός αυτός της επιχειρηματικής επιρροής στις ευρωπαϊκές πολιτικές αποφάσεις, συχνά περιλαμβάνει δυστυχώς και το ευρωκοινοβούλιο. Ενδεικτικά αναφέρουμε δύο παραδείγματα, ένα σχετικά παλαιότερο (2007) και ένα σχετικά πρόσφατο (2011):
·         Τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό R.E.A.C.H. για τα επικίνδυνα χημικά, όπου το αρχικό κείμενο της Κομισιόν τροποποιήθηκε από το Ευρωκοινοβούλιο υπέρ της χημικής βιομηχανίας σε τέτοιο βαθμό, που ακόμη και το (καθόλου αντιεπιχειρηματικό) WWF αναγκάστηκε να το καταγγείλει δημόσια [13].
·         Την καταψήφιση πρότασης για αναβάθμιση, από 20 σε 30%,  του ευρωπαϊκού στόχου περιορισμού των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου για το 2020, παρά τα επιστημονικά στοιχεία που κρίνουν την αναβάθμιση απολύτως απαραίτητη, αλλά και παρά τα νέα δεδομένα της οικονομικής κρίσης που καθιστούν την αναβάθμιση του στόχου πολύ πιο εύκολη και το κόστος της  πολύ χαμηλότερο. [14]

Ένα τέτοιο πολιτικό περιβάλλον, είναι ικανό να καλύψει με «πράσινο» περιτύλιγμα ακόμη και ακραίες καταστάσεις:
·         Η ευνοϊκή ουδετερότητα της Κομισιόν απέναντι στην πυρηνική ενέργεια, ακόμη και μετά την Φουκουσίμα, προβάλλεται ως αποδεκτή πολιτική κατά της κλιματικής αλλαγής.
·         Η σταδιακή επιβολή των Γενετικά Τροποποιημένων Οργανισμών, παρουσιάζεται ακόμη και ως πράσινη καινοτομία για τη διατροφική ασφάλεια των φτωχότερων πληθυσμών του Παγκόσμιου Νότου.
·         Η προώθηση από τις εταιρίες εθελοντικών πρωτοβουλιών και αυτορρύθμισης, προβάλλεται σε διεθνείς διασκέψεις ως επαρκής εναλλακτική λύση απέναντι στις απαραίτητες δεσμευτικές διακρατικές συμφωνίες.

Στο θεωρητικό πεδίο, κορύφωση αυτής της τάσης αποτελεί η υποκατάσταση, από το 2005 και μετά, της ίδιας της έννοιας της βιώσιμης ανάπτυξης από μια άλλη έννοια: αυτή της Πράσινης Ανάπτυξης (Green Growth) [15]. Η τελευταία αφαιρεί τελείως την κοινωνική διάσταση ως τρίτο πυλώνα της βιώσιμης ανάπτυξης, ενώ από το περιβάλλον κρατά μόνο τις «πράσινες επενδύσεις» και τη «βιώσιμη διαχείριση των φυσικών πόρων» κυρίως μέσω οικονομικών εργαλείων. Αναπτύχθηκε αρχικά στα πλαίσια του Οργανισμού Ασίας-Ειρηνικού [16] για να υιοθετηθεί το 2009 και από τον ΟΟΣΑ [17]. 

Μεταξύ των 30 χωρών που υπογράφουν τη σχετική διακήρυξη ήταν και η Ελλάδα, λίγο πριν την ανάληψη της εξουσίας από το ΠΑΣΟΚ που χρησιμοποίησε κατά κόρον το συγκεκριμένο όρο την πρώτη περίοδο της τελευταίας του διακυβέρνησης.

… και στην Ελλάδα

Στην ελληνική κοινωνία, η «συναίνεση του Ρίο» για τη βιώσιμη ανάπτυξη δεν μπόρεσε ως τώρα να αποκτήσει ευρύτερο αντίκρισμα. 

Παράγοντες όπως η Περιβαλλοντική Εκπαίδευση, οι μικρές και μεγάλες περιβαλλοντικές οργανώσεις, η ευρωπαϊκή νομοθεσία, η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, έφεραν σταδιακά μια υπολογίσιμη ευαισθητοποίηση σε σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού. Σε μια χώρα όμως όπου ο δημόσιος διάλογος επηρεάζεται καθοριστικά από την κεντρική πολιτική που ασκεί (άμεσα και έμμεσα) καταλυτική επιρροή στην κοινωνική συνείδηση, η μακροχρόνια απουσία ενός ισχυρού πράσινου κόμματος άφησε και εδώ τη σφραγίδα της: οι πολιτικές πρωτοβουλίες του οικολογικού χώρου δεν ήταν ποτέ αρκετά ισχυρές ή αρκετά μακροχρόνιες ώστε να επιβάλουν αλλαγές σ την πολιτική ατζέντα,  ιδιαίτερα  των κομμάτων εξουσίας. Ακόμη και οι Οικολόγοι Πράσινοι άρχισαν να ισχυροποιούνται μόνο τις παραμονές της οικονομικής κρίσης, όταν η πολιτική ατζέντα ξαναγύριζε πια εκ των πραγμάτων στον παραδοσιακό σκληρό της πυρήνα.

Κάτι τέτοιο δυστυχώς μάλλον ευνοεί παρά δυσχεραίνει τη διαμόρφωση άρρωστων πράσινων πολιτικών. Οι τελευταίες όμως προβάλλονται ως «πράσινες» μόνο προς τα περιορισμένα κοινωνικά ακροατήρια που ασπάζονται τη «συναίνεση του Ρίο».   Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα θα μπορούσαν να αποτελούν:
·         Η πρόσφατη εξομοίωση της φορολογίας πετρελαίου θέρμανσης με εκείνη του πετρελαίου κίνησης, θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί μια άρρωστη πράσινη πολιτική που καταλήγει να πολλαπλασιάζει και τα περιβαλλοντικά αδιέξοδα. Κανείς όμως (ευτυχώς) δε διανοήθηκε να την προβάλει ως…  πράσινο μέτρο, καθώς η κυβέρνηση απευχόταν με σφοδρότητα κάθε μείωση στην κατανάλωση πετρελαίου, που θα της στερούσε φορολογικές εισπράξεις.
·         Αντίθετα, η συστηματική προσπάθεια του ΥΠΕΚΑ και του «Παρατηρητηρίου Πολιτών για την Αειφόρο Ανάπτυξη-CISD» [18] να παρουσιάσουν τις εξορύξεις χρυσού στη Χαλκιδική ως περιβαλλοντικά αποδεκτή δραστηριότητα, απευθύνεται σε συγκεκριμένα αλλά κρίσιμα ακροατήρια με πράσινες ευαισθησίες και φιλοδοξεί να τα αποκόψει από τις αντιδράσεις των περιβαλλοντικών οργανώσεων και των πληττόμενων κατοίκων. Στο θέμα αυτό, ως περίπτωση άρρωστης πράσινης πολιτικής,  θα αναφερθούμε αναλυτικότερα στη συνέχεια.

Ανησυχητικότερη από όλα όμως είναι η άτυπη συναίνεση και των 7 σημερινών κομμάτων της Βουλής, ότι το περιβάλλον θα είναι αναπόδραστα ένα από τα πρώτα θύματα της κρίσης: Χαρακτηριστικό είναι ότι τον Απρίλιο του 2012, στην κορύφωση της προεκλογικής περιόδου, κανένα από αυτά δεν απάντησε καν στην έκκληση του WWF  προς τα κόμματα να δεσμευθούν ότι «η κρίση δε θα χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογία για εκπτώσεις  στο περιβάλλον» [19].  Για την ιστορία, στην έκκληση αυτή είχαν τότε ανταποκριθεί μόνο οι Οικολόγοι Πράσινοι και οι Πειρατές.

Ανατέμνοντας άρρωστες πράσινες πολιτικές
Περίπτωση 1η : η εφαρμογή των «Μηχανισμών Ευελιξίας» του Κιότο

Εισαγωγικά: Η διεθνής κοινότητα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής

Αποτελεί πλέον κοινό τόπο πως η κλιματική αλλαγή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Είναι πρακτικά ομόφωνη η επιστημονική εκτίμηση πως αν δεν αρχίσουν να μειώνονται άμεσα και δραστικά οι παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου (ΑτΘ), τις επόμενες δεκαετίες το κλίμα του πλανήτη θα αποσταθεροποιηθεί με ανυπολόγιστες επιπτώσεις στις υποδομές, στη γεωργική παραγωγή, τη δημόσια υγεία, τις γεωπολιτικές ισορροπίες.

Η διεθνής κοινότητα άρχισε να ασχολείται με το ζήτημα αρκετά έγκαιρα με ορόσημο τη Σύνοδο Κορυφής στο Ρίο της Βραζιλίας το 1992 με τη συμμετοχή 144 αρχηγών κρατών. Εκεί συναποφασίστηκε η Σύμβαση Πλαίσιο του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή [20] (UNFCCC) η οποία επικυρώθηκε και από τα 195 κράτη μέλη του ΟΗΕ. Δηλωμένος στόχος της Σύμβασης είναι η “σταθεροποίηση των συγκεντρώσεων αερίων του θερμοκηπίου στην ατμόσφαιρα σε επίπεδο που θα αποτρέπει επικίνδυνη ανθρωπογενή παρέμβαση στο κλιματικό σύστημα”. Η ίδια η Σύμβαση δεν είναι νομικά δεσμευτική καθώς δεν θέτει κάποια όρια στις εκπομπές ΑτΘ ούτε περιέχει μηχανισμούς συμμόρφωσης. Τα κράτη μέλη ανέλαβαν να υλοποιήσουν εθνικές απογραφές των εκπομπών τους και συναντιόνται σε ετήσιες Συνδιασκέψεις (Conferences of the Parties – COP) από το 1995 για την αξιολόγηση της προόδου για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Το πρώτο και σημαντικότερο βήμα της διεθνούς κοινότητας προς μια κοινή δράση για το κλίμα ήρθε στην 3η Συνδιάσκεψη το 1997, με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Κιότο [21]. Σε αυτό 38 αναπτυγμένες χώρες δεσμεύτηκαν να μειώσουν το μέσο όρο των εκπομπών ΑτΘ της περιόδου 2008-12 κατά 5,2% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990. Ο στόχος μείωσης δεν ήταν ο ίδιος για όλα τα κράτη που συμμετείχαν αλλά διαφοροποιούνταν ανάλογα με την αναμενόμενη εξέλιξη των εκπομπών τους και τις τεχνικο-οικονομικές δυνατότητες καθενός για τη μείωσή τους. Έτσι η ΕΕ είχε συνολικό στόχο μείωσης κατά 8% ο οποίος με τη σειρά του επιμεριζόταν διαφορετικά σε κάθε κράτος μέλος από -28% για το Λουξεμβούργο μέχρι στόχο συγκράτησης της αύξησης των εκπομπών σε +27% για την Πορτογαλία. Οι ΗΠΑ αν και υπέγραψαν το Πρωτόκολλο αρνήθηκαν να το επικυρώσουν. Ο συλλογικός στόχος μείωσης εκπομπών για τα 37 κράτη έγινε επομένως 4,2%.

Κρίνοντας από το αποτέλεσμα, 15 χρόνια μετά την υπογραφή του, το Πρωτόκολλο του Κιότο και γενικότερα η Σύμβαση - Πλαίσιο απέτυχαν στον αντικειμενικό τους σκοπό.

Καταρχάς οι στόχοι μείωσης εκπομπών στερούνταν κάθε φιλοδοξίας, όχι μόνο από την επιστημονική οπτική του τι απαιτείται για την αποφυγή αποσταθεροποίησης του κλίματος, αλλά και από τις ίδιες τις πρακτικές δυνατότητες μείωσης. Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία [22] η ΕΕ με στόχο μείωσης 8% είχε καταφέρει το 2011 να μειώσει τις εκπομπές της κατά 14% για την ΕΕ-15 και 18% για την ΕΕ-27. Προκαταρκτικές εκτιμήσεις για τα 37 κράτη του Πρωτοκόλλου του Κιότο αναφέρουν συνολική μείωση 16% σε σχέση με το στόχο 4,2%.

Δεύτερον, οι μειώσεις αυτές προέκυψαν χωρίς σημαντικές αλλαγές στο ενεργειακό μοντέλο των χωρών αλλά κυρίως λόγω της κατάρρευσης της βιομηχανικής παραγωγής στις ανατολικές χώρες (περισσότερα παρακάτω), λόγω της οικονομικής κρίσης και λόγω της υποκατάστασης εγχώριας παραγωγής με εισαγωγές από χώρες εκτός του Κιότο.

Τρίτον, οι μειώσεις εκπομπών στις 37 αυτές χώρες συνέβαλαν ελάχιστα στην αντιμετώπιση του παγκόσμιου προβλήματος της κλιματικής αλλαγής. Το ίδιο διάστημα (1990-2010) οι παγκόσμιες εκπομπές αυξήθηκαν κατά 50% κυρίως λόγω της οικονομικής ανάπτυξης χωρών όπως η Κίνα και η Ινδία οι οποίες είδαν τις εκπομπές τους να τριπλασιάζονται και να διπλασιάζονται αντίστοιχα μόνο την τελευταία δεκαετία. Το 1990 που είναι το έτος αναφοράς, οι εκπομπές των 37 κρατών του Κιότο και των ΗΠΑ ήταν τα δύο τρίτα των παγκόσμιων εκπομπών. Σήμερα το μερίδιό τους έχει πέσει κάτω από το 50%.

Η δυναμική των διεθνών διαπραγματεύσεων για το κλίμα έφτασε την κορύφωσή της το 2009 ενόψει της Συνδιάσκεψης της Κοπεγχάγης με τη συμμετοχή 115 αρχηγών κρατών. Η Συνδιάσκεψη κατέληξε σε ναυάγιο. Τρεις συνδιασκέψεις αργότερα που προσπάθησαν να διατηρήσουν ζωντανή  την ίδια τη διεθνή διαδικασία της Σύμβασης Πλαίσιο, το Πρωτόκολλο του Κιότο παρατάθηκε μέχρι το 2020 με στόχο μείωσης εκπομπών κατά 18% σε σχέση με το 1990, χωρίς όμως πλέον τη συμμετοχή της Ιαπωνίας, Ρωσίας, του Καναδά και της Νέας Ζηλανδίας. Μόνη ουσιαστική ελπίδα είναι η απόφαση για δρομολόγηση διαδικασιών ώστε το 2015 να έχει αποφασιστεί μια νέα παγκόσμια συμφωνία για την προστασία του κλίματος με τη συμμετοχή όλων των χωρών και ισχύ από το 2020 και μετά.

Την ίδια στιγμή βέβαια η κλιματική αλλαγή αρχίζει και γίνεται όλο και πιο έκδηλη, οι επιστήμονες σημαίνουν συναγερμό για τις δραστικές μειώσεις εκπομπών που απαιτούνται και τα συμπεράσματά τους υιοθετούνται ακόμα και από μέχρι πρότινος επιφυλακτικούς διεθνείς οργανισμούς όπως η Παγκόσμια Τράπεζα και η Διεθνής υπηρεσία Ενέργειας.

Στη συνέχεια του κειμένου δεν θα επεκταθούμε αναλυτικά στις αδυναμίες του διεθνούς πλαισίου για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής αλλά θα επικεντρωθούμε ειδικότερα στις αποτυχίες και τις αδυναμίες των μηχανισμών ευελιξίας του Πρωτοκόλλου του Κιότο και του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπής.

Οι Μηχανισμοί Ευελιξίας του Πρωτοκόλλου του Κιότο

Για την οικονομικά αποτελεσματικότερη επίτευξη του στόχου του Κιότο, καθώς και για την υλοποίηση έργων μείωσης εκπομπών σε χώρες που δεν δεσμεύονταν από το Πρωτόκολλο προβλέφθηκε η ύπαρξη τριών «Μηχανισμών Ευελιξίας». Στόχος των μηχανισμών ήταν η πραγματοποίηση των απαιτούμενων μειώσεων εκπομπών στις χώρες και τους τομείς όπου αυτό θα ήταν οικονομικότερο. Πρέπει να σημειωθεί πως η γεωγραφική ανακατανομή των εκπομπών ΑτΘ που προκύπτει από τους μηχανισμούς αυτούς δεν έχει σημασία, γιατί η επίπτωσή τους στο φαινόμενο του θερμοκηπίου είναι ανεξάρτητη της τοποθεσίας εκπομπής.

Ο βασικός τέτοιος μηχανισμός ήταν το εμπόριο μειώσεων εκπομπών ΑτΘ. Σύμφωνα με αυτόν, κράτος το οποίο επιτυγχάνει μεγαλύτερη μείωση εκπομπών από αυτήν που του έχει ανατεθεί, δικαιούται να πωλήσει την πλεονάζουσα μείωση εκπομπών σε κράτος το οποίο την έχει ανάγκη για να συμμορφωθεί με το δικό του στόχο μείωσης. Οι άλλοι μηχανισμοί, Μηχανισμός Καθαρής Ανάπτυξης (CDM) και Από Κοινού Εφαρμογή (JI) επιτρέπουν σε κάποιος κράτος να πιστωθεί με αντίστοιχα μόρια (credits) μειώσεων εκπομπών χρηματοδοτώντας έργα που μειώνουν τέτοιες εκπομπές σε τρίτη χώρα σε σύγκριση με το σενάριο αναφοράς. Η βασική διαφορά των δύο αυτών μηχανισμών έχει να κάνει με το ότι ο δεύτερος αφορά σε έργα που υλοποιούνται σε χώρες που συμμετέχουν στο Πρωτόκολλο του Κιότο.

Το 2005 με την Οδηγία 2003/87 η ΕΕ ξεκίνησε τη λειτουργία του δικού της Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων (ΕΣΕΔΕ) εκπομπής σε κυλιόμενες περιόδους: 2005-07, 2008-12, 2013-20. Σε αυτό συμμετέχουν πάνω από 11 χιλιάδες εγκαταστάσεις οι οποίες ευθύνονται για σχεδόν τις μισές εκπομπές CO2 στην ΕΕ. Οι τομείς που καλύπτονται είναι η ηλεκτροπαραγωγή, η διύλιση πετρελαίου, η χαλυβουργία, η παραγωγή τσιμέντου, τούβλων, ασβέστη, χαρτοπολτού κλπ. Με την Οδηγία 2004/101 το Σύστημα συνδέθηκε με τους 2 μηχανισμούς ευελιξίας του Κιότο (CDM-JI) και κάθε εγκατάσταση μπορούσε να χρησιμοποιήσει πιστωτικά μόρια από αυτούς προκειμένου να συγκεντρώσει το απαραίτητο πλήθος δικαιωμάτων που ενδεχομένως της έλειπαν.

Κρίνοντας από την εμπειρία των πρώτων ετών, από μια πράσινη οπτική οι μηχανισμοί ευελιξίας του Κιότο ήταν μια μεγάλη αποτυχία ενώ το ΕΣΕΔΕ σε καμία περίπτωση δεν ανταποκρίθηκε στις αρχικές προσδοκίες.
Πιο συγκεκριμένα:

* Διεθνής Εμπορία Μειώσεων Εκπομπών

Ο καθορισμός του 1990 ως έτους αναφοράς για τον υπολογισμό των μειώσεων εκπομπών δημιούργησε το εξής πρόβλημα: Τη δεκαετία του 90 οι οικονομίες των Ανατολικών χωρών όπως η Ρωσία, η Ουκρανία και η Πολωνία που συμμετέχουν στο Πρωτόκολλο κατέρρευσαν οδηγώντας σε αντίστοιχη κατάρρευση και τις εκπομπές τους με αποτέλεσμα οι εθνικοί τους στόχοι μείωσης να έχουν ήδη επιτευχθεί χωρίς κάποια δράση αλλαγής του ενεργειακού τους μοντέλου αλλά για κοινωνικο-ιστορικούς λόγους. Για παράδειγμα, η Ρωσία και η Ουκρανία που είχαν στόχο μείωσης 0% δηλαδή δεσμεύονταν από το Πρωτόκολλο να μην αυξήσουν τις εκπομπές τους την περίοδο 2008-2012 σε σχέση με το 1990, το 2010 είχαν εκπομπές κατά 34% και 59% αντίστοιχα χαμηλότερες. Η κατάσταση αυτή δημιούργησε το φαινόμενο γνωστό και ως hot air effect κατά το οποίο Δυτικές χώρες μπορούσαν να συμβάλουν στη συμμόρφωση με το στόχο τους, όχι μειώνοντας τις εγχώριες εκπομπές τους, αλλά αγοράζοντας μόρια του Κιότο που προέκυψαν μάλιστα χωρίς κανένα όφελος για το κλίμα.

Ένα πρόσθετο πρόβλημα ήταν η δυνατότητα “αποταμίευσης” της περίσσειας εκπομπών, δηλαδή η δυνατότητα χρησιμοποίησής τους για συμμόρφωση με τους στόχους της επόμενης περιόδου. Με το συλλογικό στόχο μείωσης των εκπομπών να έχει ήδη υπερεπιτευχθεί, σε μεγάλο βαθμό και ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης, τα πιστωτικά μόρια που αντιστοιχούν σε περίσσεια εκπομπών της πρώτης περιόδου έχουν πρακτικά μηδενική αξία. Οι αρχικές ρυθμίσεις του Πρωτοκόλλου του Κιότο προέβλεπαν όμως πως τα κράτη-μέλη θα έχουν το δικαίωμα να “αποταμιεύουν” ενδεχόμενη τέτοια περίσσεια και για τις επόμενες περιόδους εφαρμογής κατά τις οποίες αυστηρότεροι στόχοι θα μεταφράζονται σε υψηλότερη αξία των μορίων. Στην πρόσφατη Συνδιάσκεψη του ΟΗΕ για το κλίμα στην Ντόχα (Δεκέμβριος 2012), η αντιμετώπιση του φαινομένου αυτού ήταν από τα πιο φλέγοντα θέματα καθώς ενδεχόμενη μεταφορά της γιγαντιαίας περίσσειας μορίων από χώρες όπως η Ρωσία στη 2η περίοδο θα υπονόμευε κάθε περιβαλλοντική ακεραιότητα των ίδιων των στόχων του Πρωτοκόλλου. Τελικά αποφασίστηκε πως χώρες με έλλειμμα μορίων θα μπορούν να αγοράσουν περίσσεια μορίων άλλης χώρας μόνο μέχρι το 2% του στόχου τους της πρώτης περιόδου.

* Μηχανισμός Καθαρής Ανάπτυξης (CDM) και Από Κοινού Εφαρμογή (JI)

Το σκεπτικό πίσω από τους μηχανισμούς αυτούς είναι η ευελιξία επίτευξης μειώσεων εκπομπών εκεί όπου αυτό είναι οικονομικότερο να συμβεί και παράλληλα η υλοποίηση έργων καθαρής ενέργειας σε τρίτες χώρες. Τα πιστωτικά μόρια που εκδίδονται για κάθε έργο προκύπτουν από τη διαφορά των εκπομπών μετά την υλοποίησή του σε σύγκριση με το σενάριο αναφοράς, δηλαδή το ποιες θα ήταν οι εκπομπές του τομέα αν δεν είχε υπάρξει το έργο. Η διαδικασία έγκρισης-έκδοσης μορίων γίνεται με βάση συγκεκριμένες μεθοδολογίες εγκεκριμένες από την αρμόδια επιτροπή υπό την αιγίδα του ΟΗΕ (CDM Executive Board). Αυτό ακριβώς το ζήτημα της “προσθετικότητας” των θετικών επιπτώσεων κάθε εξεταζόμενου έργου ήταν από την αρχή το βασικό αγκάθι στο σχεδιασμό του μηχανισμού. Για παράδειγμα, δόθηκαν πιστωτικά μόρια όχι μόνο σε νέα αιολικά πάρκα στην Ασία και την Αφρική αλλά ακόμα και σε νέους “καθαρότερους” ανθρακικούς σταθμούς στην Κίνα και την Ινδία, για τους οποίους παρά τις αυστηρές μεθοδολογίες του ΟΗΕ, υπάρχουν έντονες αμφισβητήσεις για το κατά πόσο τα έργα αυτά δεν θα είχαν υλοποιηθεί και χωρίς την ενίσχυση του Μηχανισμού.

Στην πορεία όμως φάνηκε πως άλλη ήταν η κρίσιμη αδυναμία του Μηχανισμού: Το βιομηχανικό αέριο HFC-23 είναι ένα αέριο του θερμοκηπίου 11 χιλιάδες φορές ισχυρότερο από το CO2 και προκύπτει ως παραπροϊόν της διαδικασίας παραγωγής του ψυκτικού αερίου  HCFC-22 το οποίο συμβάλει στην καταστροφή του όζοντος. Η καταστροφή του HFC-23 είναι μια φτηνή διαδικασία με κόστος 0,2-0,5 ευρώ ανά τόνο ισοδύναμου CO2. Το τεράστιο περιθώριο κέρδους που προκύπτει από την διαφορά ενός τέτοιου κόστους με την τιμή στην οποία μπορούσε να πωληθεί ένα πιστωτικό μόριο (10-20 ευρώ για το μεγαλύτερο διάστημα) δημιούργησε το παράδοξο κίνητρο ενθάρρυνσης της παραγωγής ενός αερίου του θερμοκηπίου με αποκλειστικό στόχο την καταστροφή του. Πέρα από τα υπερκέρδη λίγων επιχειρήσεων, το φαινόμενο αυτό υπονόμευσε τις εναλλακτικές επιλογές τρίτων χωρών προς ένα βιώσιμο ενεργειακό μέλλον, υπονόμευσε το Πρωτόκολλο του Μόντρεαλ για τον τερματισμό χρήσης αερίων που καταστρέφουν το όζον και οδήγησε στην κατάρρευση του κόστους των δικαιωμάτων εκπομπής άρα και του κινήτρου για εξοικονόμηση και καθαρές τεχνολογίες. Είναι χαρακτηριστικό πως μέχρι το Δεκέμβριο 2012 [23], το 42% όλων των μορίων CDM που είχαν εκδοθεί (455 εκατομμύρια) αφορούσαν  μόλις 23 έργα καταστροφής  HFC-23 ενώ άλλο 20% των μορίων (224 εκατομμύρια) αφορούσε 108 έργα καταστροφής N2O, ενός άλλου αερίου του θερμοκηπίου με παρόμοια παράδοξα κίνητρα. Αντίστροφα, 6263 εγκεκριμένα έργα ΑΠΕ (69% του συνόλου) και 944 έργα εξοικονόμησης ενέργειας (10,5% του συνόλου) έχουν λάβει μόλις το 21% και το 4,9% των μορίων αντίστοιχα.

Σε συνέχεια της σχετικής κατακραυγής, τον Ιανουάριο του 2011 η ΕΕ αποφάσισε τον τερματισμό της δυνατότητας χρήσης τέτοιων μορίων στο ΕΣΕΔΕ από την 1η Μαρτίου 2013 [24]. Ως αποτέλεσμα, οι μηχανισμοί αυτοί είναι πλέον πρακτικά νεκροί. Στις 12 Δεκεμβρίου 2012 η τιμή ενός πιστωτικού μορίου είχε πέσει στα 0,31 ευρώ.

* Ευρωπαϊκό Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπής (ΕΣΕΔΕ)

Η ΕΕ ξεκίνησε το δικό της Σύστημα το 2005 ευελπιστώντας να εξασφαλίσει την περιβαλλοντική του ακεραιότητα και την επίτευξη μειώσεων εκπομπών με οικονομικό τρόπο. Από την εμπειρία των δύο πρώτων περιόδων εφαρμογής (2005-07 και 2008-12) διαπιστώθηκαν τρεις κατηγορίες προβλημάτων τα οποία σε κάποιο βαθμό αντιμετωπίζονται στο σχεδιασμό της τρίτης περιόδου 2013-2020.

Η μία είχε να κάνει με τη δυνατότητα από το 2008 αγοράς και εισαγωγής στο Σύστημα πιστωτικών μορίων από έργα αμελητέας ή και μηδενικής συνεισφοράς στην προστασία του κλίματος, όπως τα έργα καταστροφής  HFC-23 που προαναφέραμε. Όπως αναφέραμε η ΕΕ αντέδρασε απαγορεύοντας τη χρήση μορίων από έργα HFC-23 από το 2013, όμως αυτό συνέβη με μεγάλη καθυστέρηση και αφού οι ευρωπαϊκές εγκαταστάσεις είχαν ήδη πραγματοποιήσει εξαγορά εκπομπών 549 εκατομμυρίων τόνων CO2 συνολικά μέσω  μορίων CDM [25].

Μια δεύτερη κατηγορία αφορούσε στο ότι, για τις δύο πρώτες περιόδους, τα δικαιώματα σε κάθε εγκατάσταση που συμμετείχε στο Σύστημα κατανέμονταν δωρεάν και μάλιστα μέσα από Εθνικά Σχέδια Κατανομής για κάθε χώρα τα οποία ενέκρινε η Κομισιόν. Πέρα από τα γνωστά φαινόμενα πιέσεων και διαπραγματεύσεων για την προώθηση ιδιαίτερων εθνικών συμφερόντων, η δωρεάν κατανομή δικαιωμάτων οδήγησε σε φαινόμενα υπερκερδών για ορισμένες επιχειρήσεις από τη μαζική πώληση περίσσειας δικαιωμάτων και παράλληλα ελαχιστοποίησης του κινήτρου για εξοικονόμηση και καθαρότερες τεχνολογίες. Για την τρίτη περίοδο (2008-2020) η ΕΕ αποφάσισε πως η κατανομή των δικαιωμάτων θα γίνεται πλέον κεντρικά και πως η δωρεάν παραχώρησή τους θα αντικατασταθεί σταδιακά από πλειστηριασμούς τους για λόγους αποδοτικότητας, διαφάνειας, απλότητας και περιβαλλοντικά υγιέστερων κινήτρων. Ο πλειστηριασμός δικαιωμάτων θα αφορά από το 2013 τον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής (περίπου 50% του συνόλου των δικαιωμάτων) και σταδιακά θα αφορά και άλλους τομείς με στόχο το 2020 να πωλούνται το 70% των συνολικών δικαιωμάτων. Το ότι δεν θα έχουμε πλειστηριασμό του 100% των δικαιωμάτων ήδη από το 2013 ήταν αποτέλεσμα ισχυρών πιέσεων ενεργοβόρων ευρωπαϊκών βιομηχανιών (πχ τσιμέντου και διύλισης) που είναι εκτεθειμένες στο διεθνή ανταγωνισμό και απειλούσαν να μεταφέρουν παραγωγή σε χώρες εκτός της ΕΕ.

Το καθοριστικότερο όμως πρόβλημα ήταν η γενναιοδωρία στην κατανομή δικαιωμάτων στις δύο πρώτες περιόδους του Συστήματος.

Το 2011 οι εκπομπές των εγκαταστάσεων που συμμετέχουν στο σύστημα ήταν συνολικά 9% χαμηλότερες από το όριό τους. Βασική αιτία του πλεονάσματος αυτού δεν ήταν τόσο η στροφή των εγκαταστάσεων σε καθαρότερες επιλογές όσο η μείωση της οικονομικής δραστηριότητας ως αποτέλεσμα της δημοσιονομικής κρίσης. Παρόλα αυτά, έσπευσαν να αγοράσουν πιστωτικά μόρια του CDM που αντιστοιχούν σε ένα επιπλέον 13% των εκπομπών τους (85% περισσότερα σε σχέση με το 2010) ακριβώς λόγω του ότι η χρήση πολλών τέτοιων μορίων θα απαγορευτεί από το 2013.  Συνδυαστικό αποτέλεσμα των δύο παραπάνω φαινομένων ήταν η κατάρρευση της τιμής του δικαιώματος εκπομπής στα 6 ευρώ τον τόνο. Στην πρόσφατη έκθεσή της για την “Κατάσταση της ευρωπαϊκής αγοράς δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα το 2012” η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπιστώνει πως “στις αρχές 2012, είχε συσσωρευθεί πλεόνασμα 955 εκατομμυρίων δικαιωμάτων. Ακόμη και αν εξαιρεθεί το τμήμα του πλεονάσματος που προέρχεται από τη χρήση διεθνών πιστωτικών μορίων για συμμόρφωση, το πλεόνασμα θα ανερχόταν παρόλα αυτά σε 406 εκατομμύρια μονάδες δικαιωμάτων”. Για σύγκριση, ο ετήσιος μέσος όρος δικαιωμάτων για την περίοδο 2008-12 ήταν 1,86 δις.

Για την αντιμετώπιση του ζητήματος και σε συνέχεια της έκθεσής της, η Κομισιόν αντέδρασε το Νοέμβριο 2012 χωρίς όμως κάποιο φιλόδοξο μέτρο, προτείνοντας απλά την καθυστέρηση πλειστηριασμού 900 εκατομμυρίων δικαιωμάτων από το διάστημα 2013-15 αργότερα μέχρι το 2020. Αυτό από μόνο του βέβαια κάθε άλλο παρά αρκεί για να αποκαταστήσει τη φερεγγυότητα και την αποτελεσματικότητα του Συστήματος, δηλαδή την επίτευξη ουσιαστικών εγχώριων μειώσεων εκπομπών με παράλληλη τόνωση των επενδύσεων σε νέες, καθαρότερες λύσεις.


Ανατέμνοντας άρρωστες πράσινες πολιτικές

Περίπτωση 2η: εξορύξεις χρυσού, και ο ισχυρισμός της «αειφόρου μεταλλείας»

Είναι γεγονός ότι οι δραστηριότητες εξόρυξης χρυσού επεκτείνονται αυτή την περίοδο όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στις υπόλοιπες Βαλκανικές χώρες. Αυτήν την περίοδο σχεδιάζονται ή εγκαθίστανται ορυχεία χρυσού μεγάλης κλίμακας στο Krumovgrad (Βουλγαρία), στην IIovitsa (FYROM), στην Rosia Montana και στο Certej (Ρουμανία). Στην Ελλάδα υπάρχει η περίπτωση της «Ελληνικός Χρυσός Α.Ε.» στην Χαλκιδική, ενώ παρόμοιοι σχεδιασμοί αναπτύσσονται και για την περιοχή της Γαλικίας στην Ισπανία. Παράλληλα, υπάρχουν άλλες περιοχές στην Ελλάδα με αποθέματα χαμηλής πυκνότητας που είτε έχουν ήδη λάβει έγκριση και προχωρούν (Πέραμα Αλεξανδρούπολης), είτε βρίσκονται στο στάδιο της τελικής έγκρισης (Σάπες Ροδόπης).

Η έκρηξη αυτή των εξορυκτικών δραστηριοτήτων και δη η συγκέντρωση τους σε χώρες που αντιμετωπίζουν οξύτατα δημοσιονομικά προβλήματα σχετίζεται με το γεγονός ότι η σημερινή παγκόσμια οικονομική κρίση έχει συμβάλλει στην απότομη αύξηση των τιμών του χρυσού, πράγμα που με τη σειρά του καθιστά τις επενδύσεις εξόρυξης χρυσού πιο κερδοφόρες, παρά την εξαιρετικά χαμηλή πυκνότητα (0.5 γραμμάριο χρυσού σε ένα τόνο ή και λιγότερο). Είναι φανερό ότι οι εταιρίες εξόρυξης χρυσού, χρησιμοποιούν την «παρούσα κρίση» ως δικαιολογία, προκειμένου να πιέσουν τις κυβερνήσεις για να πετύχουν τους στόχους τους.

Ίσως το πιο χαρακτηριστικό επιχείρημα που χρησιμοποιείται από τους υπέρμαχους των εξορύξεων χρυσού στην Ελλάδα αλλά και αλλού είναι αυτό της «αειφόρου» μεταλλείας, βασικό συστατικό του οποίου είναι ότι η τήρηση αυστηρών περιβαλλοντικών όρων που θα επιβλέπεται από αποτελεσματικούς ελεγκτικούς μηχανισμούς, είναι ικανή να καταστήσει τη συγκεκριμένη δραστηριότητα υπόδειγμα βιώσιμης ανάπτυξης.

Σε ό,τι αφορά τους «επαρκείς ελεγκτικούς μηχανισμούς» χαρακτηριστικό είναι το πόρισμα της ΕΠΙτροπής για την ΤΗρηση των περιβαλλοντικών όΡΩν (ΕΠΙΤΗΡΩ) για τα μεταλλεία στη Χαλκιδική, που αναφέρει ότι από τους 121 περιβαλλοντικούς όρους που περιλαμβάνουν οι ΕΠΟ του 1999 και του 2005, τηρούνται χωρίς αποκλίσεις οι 99, οι 11 τηρούνται μερικώς και 11 δεν τηρούνται καθόλου. Οι αποκλίσεις από την τήρηση των όρων αφορούν κυρίως στη διαχείριση των στερεών αποβλήτων και την αποκατάσταση των χώρων απόθεσης [26]. Οι δικαιολογίες από την εταιρία 8 χρόνια μετά την αλλαγή της ιδιοκτησίας, είναι ότι για την οριστική επίλυση του προβλήματος απαιτείται η άμεση έγκριση της μελέτης του συνολικού επενδυτικού σχεδίου που περιλαμβάνει και την αδειοδότηση κατασκευής νέου χώρου, κατάλληλου για την απόθεση επικίνδυνων αποβλήτων…

Αλλά γενικότερα στην περιοχή των Βαλκανίων, η αδειοδότηση των σχεδίων εξόρυξης σε εξέλιξη συνοδεύεται ήδη από διαφθορά, σκάνδαλα και βίαιες συγκρούσεις, πράγμα που καθιστά την ύπαρξη αυστηρών ελεγκτικών μηχανισμών όνειρο θερινής νύχτας.

Σχετικά με τον κίνδυνο ατυχήματος,  οι μηχανικοί της «Ελληνικός Χρυσός» προσπαθώντας να υποβαθμίσουν τους σχετικούς φόβους ισχυρίζονται ότι τα ατυχήματα από εξορυκτικές δραστηριότητες είναι σπάνια αφού με βάση τα στατιστικά των βιομηχανικών ατυχημάτων, στη μεταλλευτική βιομηχανία συμβαίνει μόλις το 6% των ατυχημάτων, ενώ αντίθετα στην χημική και πετροχημική βιομηχανία συμβαίνει το 50% των βιομηχανικών ατυχημάτων [27].

Το παράδειγμα όμως του ατυχήματος στο ορυχείο χρυσού Aurul στην Baia Mare της Ρουμανίας [28] είναι τρομακτικό. Στις 30 Γενάρη του 2000 προκλήθηκε διαρροή 100.000 κυβικών μέτρων νερού μολυσμένου με κυάνιο και βαριά μέταλλα, μετά την υποχώρηση ενός φράγματος σε δεξαμενή αποβλήτων. Αρχικά τα τοξικά απόβλητα μόλυναν τον ποταμό Σζάμος και ακολουθώντας τη ροή των νερών πέρασαν στον Τίσσα, έναν από τους μεγαλύτερους ποταμούς της Ουγγαρίας. Στη συνέχεια η μόλυνση πέρασε στα νερά του Δούναβη, που αποτελεί τη σπουδαιότερη ευρωπαϊκή δεξαμενή ιχθυακής βιοποικιλότητας, διάσχισε τη Γιουγκοσλαβία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Ουκρανία, πριν καταλήξει στη Μαύρη Θάλασσα. Υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν 100.000 τόνοι ψάρια από 62 είδη ψαριών, 20 εκ των οποίων προστατευόμενα και προκλήθηκαν ανεπανόρθωτες καταστροφές σε ολόκληρη την τροφική αλυσίδα, με θύματα τα σαρκοβόρα που ζουν στον ποταμό, από τον θαλασσαετό έως τη βίδρα ενώ μολύνθηκαν τα αποθέματα νερού 2.5 εκατομμυρίων Ούγγρων. Θεωρείται η μεγαλύτερη οικολογική καταστροφή στην Ευρώπη μετά το Τσέρνομπιλ.

Ως απάντηση σε αυτή την τραγωδία, οι ένθερμοι υποστηρικτές τέτοιων ρυπογόνων δραστηριοτήτων συχνά υπογράμμιζαν ότι τα ατυχήματα σαν της Baia Mare ανήκουν στο παρελθόν καθώς η πρόοδος της τεχνολογίας σε ό,τι αφορά τις μεταλλευτικές δραστηριότητες θωρακίζει απέναντι σε τέτοιους κινδύνους. Όμως ήρθε το πρόσφατο παράδειγμα του ορυχείου της Talvivaara στη Φινλανδία να διαψεύσει και αυτό επιχείρημα. Το ορυχείο νικελίου-ψευδαργύρου της Talvivaara άρχισε τις εργασίες του τον Οκτώβριο του 2008 και παρουσιάστηκε ως πρότυπο μοντέρνας μεταλλείας. Τα πρώτα προβλήματα εμφανίστηκαν το επόμενο καλοκαίρι όταν οι τουριστικές επιχειρήσεις γύρω από το ορυχείο παραπονέθηκαν ότι το ορυχείο μύριζε σαν κλούβιο αυγό, απωθώντας τους πελάτες τους. Οι έλεγχοι που ακολούθησαν έδειξαν ότι οι συγκεντρώσεις σε θειικών αλάτων και μαγγανίου στο νερό ήταν 400 φορές μεγαλύτερες από τα επιτρεπτά όρια. Από την Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2012 όμως, η Φινλανδία βιώνει τη μεγαλύτερη χημική καταστροφή στην ιστορία της όταν παρατηρήθηκε σημαντική διαρροή νερού, 5.000 – 6.000 κυβικά μέτρα ανά ώρα, με υψηλές συγκεντρώσεις νικελίου και ουρανίου από το ίδιο ορυχείο [29]. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι υποστηρικτές των εξορύξεων χρυσού και ειδικότερα το ΥΠΕΚΑ τόσο στη Χαλκιδική όσο και σε άλλες περιοχές της χώρας διαφήμισαν κατά κόρον τη Φινλανδία ως χώρα - πρότυπο τήρησης κανόνων περιβαλλοντικής προστασίας και ασφάλειας. Παρόλα αυτά οι προσπάθειες του Φινλανδικού ΥΠΕΚΑ μετά το ατύχημα της 11ης Νοεμβρίου 2012 προσανατολίζονται σε δραστικές αλλαγές πολιτικής γύρω από ζητήματα εξορύξεων, συμπεριλαμβανομένης και της θέσπισης φόρου εξόρυξης. Τέτοιος φόρος ως τώρα δεν υπήρχε όχι μόνο στη Φινλανδία αλλά και σε άλλες χώρες καθώς η θέσπισή του είναι σε θέση να καταστήσει αυτές τις οικονομικές δραστηριότητες μη ελκυστικές για επενδυτές.

Αλλά και το επιχείρημα της τήρησης της περιβαλλοντικής νομοθεσίας είναι ασθενές αφού η αντίστοιχη Ευρωπαϊκή Οδηγία (Mining Waste Directive) [30] που θεσπίστηκε 5 χρόνια μετά το ατύχημα της Baia Mare το Νοέμβριο του 2005 είναι εξαιρετικά ασθενής και προέκυψε κατόπιν ασφυκτικών πιέσεων του λόμπυ της εξορυκτικής βιομηχανίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι η εφαρμογή της Οδηγίας ειδικά για τη Βουλγαρία αναβλήθηκε για το 2018. Έτσι τα επιτρεπόμενα επίπεδα κυανίου στη Βουλγαρία εξακολουθούν να παραμένουν στα 25 ppm (parts per million) τη στιγμή που η Οδηγία θέτει ως μέγιστη τιμή τα 10 ppm και οι εταιρίες εξορύξεων σχεδιάζουν εξορύξεις χρυσού που στηρίζονται στη χρήση κυανίου κοντά σε πυκνοκατοικημένες περιοχές της Βουλγαρίας. Αλλά ακόμα και το όριο των 10 ppm είναι ιδιαίτερα υψηλό αρκεί να αναλογιστεί κανείς ότι διαρροή από ατύχημα κυανίου της τάξης του 1 ppm στον ποταμό Trent στο Ηνωμένο Βασίλειο τον Οκτώβριο του 2009 οδήγησε σε θανάτους ψαριών κατά μήκος 20 μιλίων του ποταμού [31].  Μια ακόμα σοβαρή αδυναμία της Οδηγίας είναι ότι δεν ρυθμίζει τις εκπομπές κυανίου στην ατμόσφαιρα που προκύπτουν από τις εξορυκτικές δραστηριότητες. Η Καναδική εταιρία «Gabriel Resources» προτείνει μια εκμετάλλευση 13Mt/χρόνο στη Rosia Montana της Ρουμανίας που θα απαιτεί 13-15 εκατομμύρια κιλά κυανίου κάθε χρόνο με περισσότερα από 130 κιλά κυανίου να εκπέμπονται στην ατμόσφαιρα κάθε μέρα των 16 χρόνων στα οποία προβλέπεται να λειτουργήσουν τα ορυχεία.
Έτσι τα προβλήματα της χρήσης κυανίου για την εξόρυξη χρυσού παρέμειναν άλυτα ακόμα και μετά τη θέσπιση της Οδηγίας για τα απόβλητα εξορύξεων. Αυτός είναι και ο λόγος που το Μάϊο του 2010 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υιοθέτησε με ευρύτατη πλειοψηφία 488 ευρωβουλευτών ένα ψήφισμα για την ανάγκη πανευρωπαϊκής απαγόρευσης της χρήσης κυανίου για εξόρυξη χρυσού [32]. Είναι πραγματικά ατυχές που ο Επίτροπος Περιβάλλοντος κ. Potočnik αρνήθηκε να εφαρμόσει το ξεκάθαρο νομοθετικό πρόταγμα του εκλεγμένου Κοινοβουλίου ισχυριζόμενος ότι η καθολική απαγόρευση της χρήσης κυανίου θα ζημίωνε την απασχόληση χωρίς να προσθέτει τίποτε επιπλέον στην προστασία του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας! [33]

Εκτός της προφανώς προκλητικής του απάντησης,  ο Επίτροπος επανέλαβε έναν ακόμα μύθο της εξορυκτικής βιομηχανίας που χρησιμοποιείται κατά κόρον για να πείσει τοπικές κοινωνίες σε δυσχερή οικονομική κατάσταση με υψηλά επίπεδα ανεργίας όπως αυτή της Χαλκιδικής: Οι εξορύξεις χρυσού συνοδεύονται από πολλές θέσεις εργασίας.  Όπως όμως μπορεί να δει κανείς από σχετικά παραδείγματα σε όλο τον κόσμο, η σύγχρονη μεταλλεία δεν είναι εντάσεως εργασίας ενώ μεγάλο τμήμα των προσφερόμενων θέσεων εργασίας δεν καταλήγει στην τοπική κοινωνία.   Συνήθως οδηγεί σε μια εισροή εργαζομένων κατά τη διάρκεια της βραχυπρόθεσμης φάσης κατασκευής, ενώ ειδικοί από το εξωτερικό κυριαρχούν κατά τη φάση της εξόρυξης καθώς και αυτή του τερματισμού της λειτουργίας.

Εν κατακλείδι, είναι πρακτικά αδύνατον οι εξορύξεις χρυσού να θεωρηθούν βιώσιμες οικονομικές δραστηριότητες όπως επιχειρείται από τους υποστηρικτές τους. Τα δυνητικά οφέλη για τις τοπικές κοινωνίες, όπως επίσης και για τις εθνικές οικονομίες, παραμένουν ασαφή και ακυρώνονται στην πράξη από την τεράστια, διαρκή και πρακτικά μη αντιστρέψιμη περιβαλλοντική καταστροφή, που προκαλεί η οικοδόμηση και οι εξορύξεις, ενώ δε συνδυάζονται με άλλες οικονομικές δραστηριότητες, καθώς η εξόρυξη αποτελεί επί της ουσίας μια «βιομηχανική μονοκαλλιέργεια» .

Κι όμως υπάρχει μια αληθινά βιώσιμη και γνησίως πράσινη εναλλακτική λύση στην πρωτογενή εξόρυξη πολύτιμων μετάλλων: η επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωσή τους. Η Βελγική εταιρεία Umicore αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα που επικεντρώνεται αποκλειστικά σε αυτές τις δραστηριότητες, απασχολεί 13.720 άτομα και το 2009 είχε τζίρο της τάξεως 6,9 δις Ευρώ. Εξάγει μέταλλα, όπως ο χρυσός, από τα τοξικά ηλεκτρονικά απόβλητα, ή από το βουνό των πεταμένων τηλεοράσεων, υπολογιστών και κινητών τηλεφώνων, που παράγουν οι ευρωπαίοι καταναλωτές κάθε χρόνο. Η εταιρεία περιγράφει την δραστηριότητα της ως «υπέργεια εξόρυξη». Η μετάβαση από μία καταναλωτική κοινωνία σε μία κοινωνία που ανακυκλώνει, είναι μία λύση που πρέπει να προωθηθεί ενεργά από τους θεσμούς της Ε.Ε., ως εναλλακτική λύση στην ανάλωση των πρωτογενών πόρων, συμπεριλαμβανομένων και των εξορύξεων με βάση το κυάνιο.

Επίλογος:  Κοντόφθαλμες οπτικές, πλήττουν τελικά εξίσου περιβάλλον και οικονομία

Αν το «its the economy, stupid» των Κλίντον-Γκορ αποτέλεσε την αρχή του (πρόωρου) τέλους της δυναμικής του Ρίο, η σημερινή παγκόσμια κρίση που ξεκίνησε το 2008 αποτελεί πιθανότατα το κλείσιμο του κύκλου εκείνου.

Αυτό που χαρακτηρίζει την οικονομία της τελευταίας 20ετίας, δεν ήταν μόνο η αυτονόμηση της οικονομίας – σε βαθμό που ίσως δεν έχει ιστορικό προηγούμενο- αλλά και η θριαμβευτική επικράτηση της βραχυπρόθεσμης οικονομικής οπτικής. Για την οικονομική επιτυχία ή αποτυχία κάθε χώρας και κάθε επιχείρησης, κύριος κριτής ήταν πλέον οι χρηματαγορές που αντιδρούν αντανακλαστικά με βάση την αίσθηση της στιγμής. Οι αντιδράσεις τους αποτελούν την πρωταρχική πηγή επιβράβευσης ή κύρωσης, και δημιουργούν πολύ περισσότερο (αλλά και πολύ επισφαλέστερο) χρηματικό πλούτο από ό,τι οποιαδήποτε  δραστηριότητα της πραγματικής οικονομίας.

Σε ένα τέτοιο οικονομικό περιβάλλον, κάθε μεταφορά επιβαρύνσεων από τις επιχειρήσεις προς την κοινωνία, το περιβάλλον ή τις επόμενες γενιές, θεωρείται δεδομένο ότι θα  επιβραβευθεί από τις χρηματαγορές ως «δημιουργία πλούτου». Παραβλέπεται έτσι ότι η οικονομία στηρίζεται σε φυσικούς πόρους που δεν είναι καθόλου απεριόριστοι, ακόμη κι αν φαίνεται ότι είναι.

Για την κρίση του 2008, οι περισσότερες αναλύσεις εστιάζουν στις πρακτικές μαζικού υπερδανεισμού εκ μέρους των τραπεζών, και μάλιστα προς αφερέγγυους δανειολήπτες. Αποτυγχάνουν όμως να σημειώσουν ότι οι τράπεζες θεωρούσαν τον εαυτό τους εξασφαλισμένο μέσω των υποθηκών και ότι πραγματικό κίνδυνο διέτρεχαν μόνο αν η εξυπηρέτηση των προβληματικών δανείων και οι αξίες των υποθηκευμένων ακινήτων κατέρρεαν μαζικά, κάτι που φαινόταν εξαιρετικά απίθανο.

Το απίθανο αυτό ενδεχόμενο έγινε πραγματικότητα μόνο όταν η παγκόσμια άνοδος της ζήτησης και η πιθανή κορύφωση παραγωγής πετρελαίου-«peak oil» [34] οδήγησαν στην έκρηξη των διεθνών τιμών του το 2007-2008. Ακόμη και σε μια χώρα που συνειδητά έχει επιλέξει τη χαμηλότερη δυνατή φορολογία στα καύσιμα, όπως οι Η.Π.Α., οι αυξημένες τιμές της βενζίνης έφεραν χιλιάδες νοικοκυριά σε κατάσταση αδυναμίας να εξυπηρετούν ταυτόχρονα ΚΑΙ τις καθημερινές μετακινήσεις δεκάδων χιλιομέτρων με ΙΧ προς τη δουλειά ΚΑΙ τις δόσεις του στεγαστικού τους δανείου. Η (επί της ουσίας οικολογική) κρυφή αυτή παράμετρος, ήταν που οδήγησε στο συγχρονισμό της κατάρρευσης των επισφαλών δανείων και στην αστραπιαία απαξίωση των ενυπόθηκων εγγυήσεων που τα συνόδευαν, με αποτέλεσμα την κατάρρευση και των τραπεζών.

Τέτοιοι «οικολογικοί κίνδυνοι» για την παγκόσμια οικονομία, υπάρχουν ακόμη αρκετοί: .
·         Γνωστή είναι ήδη η έκθεση Stern για το οικονομικό κόστος της κλιματικής αλλαγής  [35] .
·         Εκτιμήσεις ειδικών τοποθετούν στο ορατό μέλλον την κορύφωση παραγωγής (και τιμών) και για άλλες βασικές πρώτες ύλες: το 2025 για το φυσικό αέριο και το αλουμίνιο, μέχρι το 2070 για το σίδηρο και άλλα μέταλλα [36]

Προειδοποιητικά σήματα υπάρχουν και για την Ελλάδα:
·         Οι ίδιες κοντόφθαλμες λογικές που επί δεκαετίες συνέτειναν στην καταστροφή του περιβάλλοντος, οδήγησαν τελικά και στην κατάρρευση της οικονομίας. Επί τουλάχιστον μια 15ετία, η χώρα οικοδομούσε μια οικονομία με ημερομηνία λήξης, με αρχικό ορίζοντα την ΟΝΕ και τους Ολυμπιακούς Αγώνες, και μόνο στήριγμα την αέναη διόγκωση της ιδιωτικής κατανάλωσης με εύκολο χρήμα και/ή δανεικά.
·         Η Δυτική Μακεδονία, που διαθέτει από το 1950 μια ανεπτυγμένη οικονομία εξορύξεων, παρουσιάζει την τελευταία δεκαετία και τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στην Ελλάδα, παρά τις χιλιάδες καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας της ΔΕΗ (που  φαίνεται απίθανο να επαναληφθούν αλλού).
·         Έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος (2011) υπολογίζει σε 700 δις ευρώ το κόστος της κλιματικής αλλαγής για τη χώρα μας [αντίστοιχο «εθνικό» μας κόστος] [37]: διπλάσιο δηλαδή, από το σύνολο του ελληνικού δημόσιου χρέους πριν το  PSI.  
·         Η Κύπρος, που επένδυσε «έγκαιρα» στην οριοθέτηση της δικής της ΑΟΖ και στους υποθαλάσσιους υδρογονάνθρακες, δε μπόρεσε παρόλα αυτά να αποφύγει το Μνημόνιο ούτε με κυβέρνηση της Αριστεράς.
·         Στην περιοχή μας, η Αλβανία και η Ρουμανία παράγουν πετρέλαιο από τη δεκαετία του 1930 χωρίς να έχουν ως τώρα καταφέρει να προσφέρουν στις κοινωνίες τους ουσιαστική ευημερία.

Η Ελλάδα δε βρίσκεται σήμερα μόνο στην καρδιά της οικονομικής κρίσης, αλλά και σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι για την πραγματική οικονομία [38]: έχει να επιλέξει ανάμεσα σε μια οικονομία τσιμέντου και εξορύξεων τύπου Ανατολικής Ευρώπης ή (παλιότερης) Λατινικής Αμερικής, όπως ήδη προωθείται, και σε μια επείγουσα Πράσινη Στροφή [39] με ριζικό αναπροσανατολισμό της πραγματικής οικονομίας σε βιώσιμες κατευθύνσεις. Αν δεν απαντήσουμε ταυτόχρονα στην οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική διάσταση της κρίσης, θα καταλήξουμε να ανακυκλώνουμε επί δεκαετίες τις επιπτώσεις της.

Το μόνο βέβαιο είναι ότι σε μια τέτοια κατάσταση δεν έχουμε πια περιθώρια για άλλες άρρωστες πολιτικές.

Ο Τάσος Κρομμύδας είναι Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, MSc οικονομικά της ενέργειας.                   
Ο Νίκος Μάντζαρης είναι Χημικός  Μηχανικός, PhD βιοχημική μηχανική.                                                                              
Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος είναι νομικός.


Παραπομπές
[2] The Montreal Protocol on Substances that Deplete the Ozone Layer   http://ozone.unep.org/new_site/en/montreal_protocol.php
[3] World Business Council for Sustainable Development  http://www.wbcsd.org/about/history.aspx
[4] Report of the World Commission on Environment and Development: Our Common Future http://www.un-documents.net/wced-ocf.htm
[5]  Τιμ Τζάκσον, Ευημερία χωρίς Ανάπτυξη, ΚΕΔΡΟΣ 2011
[7]  Γιάννη Παρασκευόπουλου, ΒΙΩΣΙΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ: ΚΥΚΛΟΣ ΠΟΥ ΚΛΕΙΝΕΙ; Περιοδικό ΟΙΚΟΤΟΠΙΑ  τεύχος 22, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2002.
[8] BBC: EU rethinks biofuels guidelines (14.01.2008) http://news.bbc.co.uk/2/hi/7186380.stm
[9]  Τι συμβαίνει με τα λόμπυ στο ευρωκοινοβούλιο και την Κομισιόν;  http://www.oikologoiprasinoi.eu/index.php?option=com_content&view=article&id=373:2010-07-13-16-26-11&catid=11:press-releases&Itemid=23
[14] Ανακοίνωση της Ομάδας των Πράσινων στο Ευρωκοινοβούλιο http://www.greens-efa.eu/eu-climate-targets-4119.html
[15] Ι. Βαβούρα, Πράσινη ανάπτυξη: Ορισμένες επισημάνσεις και συγκρίσεις με την αειφόρο ανάπτυξη  http://www.panteion.gr/kediva/Green_Growth.pdf
[16] Οργανισμός Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού, Υπουργική Διακήρυξη 2005 http://www.unescap.org/mced/
[17]  ΟΟΣΑ, Διακήρυξη για την Πράσινη Ανάπτυξη, 25.6.2009 http://www.oecd.org/env/44077822.pdf
[18 Ανακοίνωση του CISD για την εξόρυξη χρυσού στη Χαλκιδική http://www.econews.gr/2012/10/30/exoryxi-xrysou-xalkidiki-cisd/
[19] Ανοιχτή επιστολή του WWF προς τα ελληνικά πολιτικά κόμματα, Απρίλιος 2012 http://www.wwf.gr/images/pdfs/open-call-to-political-parties-of-may-6-2012-elections.pdf
[22] European Commission – Progress towards achieving the Kyoto objectives (Oct 2012) http://ec.europa.eu/clima/policies/g-gas/monitoring/documentation_en.htm#progress_reports 
[25] Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής “Η κατάσταση της ευρωπαϊκής αγοράς δικαιωμάτων εκπομπής διοξειδίου του άνθρακα το 2012”, 14.11.2012 http://ec.europa.eu/clima/policies/ets/reform/docs/com_2012_652_el.pdf 

[29] Talvivaara mine contributes to an increased public awareness of environmentalism and research

[32] Resolution P7_TA(2010)0145, “Ban on use of cyanide mining technologies”: 488 votes in favour, 48 against, 57 abstentions

[33] EC rejects proposed cyanide ban


[34]  Για το περιεχόμενο της έννοιας και το σχετικό δημόσιο διάλογο βλ. ενδεικτικά  http://www.guardian.co.uk/environment/peak-oil
[35] ΄Εκθεση Στερν για το κόστος της κλιματικής αλλαγής http://webarchive.nationalarchives.gov.uk/+/http://www.hm-treasury.gov.uk/sternreview_index.htm
[36] Αναφέρονται από τον Philip Lamberts στην αποχαιρετιστήρια ομιλία του ως συμπροέδρου του Ευρωπαϊκού Πράσινου Κόμματος, Αθήνα 10.11.2012  http://europeangreens.eu/news/philippe-lamberts-speech-egp-council
[37] Τράπεζα της Ελλάδος – Οι περιβαλλοντικές, οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην Ελλάδα http://www.bankofgreece.gr/Pages/el/klima/results.aspx
[38] Ι.Κοντούλη-Γ. Παρασκευόπουλος: Μνημόνιο εναντίον βιωσιμότητας,  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 29.4.2012 http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_politics_2_29/04/2012_480560
[39]  Κρίση: να επενδύσουμε επιτέλους στη διέξοδο. Απόφαση ΠΣ των Οικολόγων Πράσινων, Μάρτιος 2012    http://www.ecogreens-gr.org/cms/index.php?option=com_content&view=article&id=3169:2012-04-02-07-48-12&catid=20:councildec&Itemid=37

ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Τόσο οι γνησίως πράσινες πολιτικές, όσο και οι «άρρωστες» παραλλαγές τους, έχουν τις ιστορικές τους ρίζες στο αισιόδοξο κλίμα της περιόδου 1989-1992 όταν διαμορφώθηκε η «συναίνεση του Ρίο» και η έννοια της βιώσιμης ανάπτυξης έγινε παγκόσμιο σημείο αναφοράς.
Δυνητική εγγενή αντίφαση αποτέλεσε η ένταση ανάμεσα στις πεπερασμένες δυνατότητες των οικοσυστημάτων και στη διαρκή μεγέθυνση των απαιτήσεων της οικονομίας σε φυσικούς πόρους. Στην πράξη όμως η αντίφαση αυτή δεν πρόλαβε να εκδηλωθεί: οι διακηρύξεις για βιώσιμη ανάπτυξη ακυρώθηκαν κυρίως από την  προτεραιότητα κυβερνήσεων και εταιριών στην απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου με όρους αποσύνδεσής του από τις κοινωνικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους του.
Οι δυναμικές της σύγχρονης οικονομίας διαμορφώνουν έτσι ένα πολιτικό κλίμα που ευνοεί και την εμφάνιση άρρωστων πράσινων πολιτικών, σε παγκόσμιο αλλά και ευρωπαϊκό επίπεδο. Ως δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα άρρωστων πράσινων πολιτικών ανατέμνονται εδώ οι Μηχανισμοί Ευελιξίας του Κιότο, από τη διεθνή εμπειρία, και ο πρόσφατος ισχυρισμός για «αειφόρο μεταλλεία» χρυσού, από την ελληνική επικαιρότητα.
Οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική κρίση συνδέονται στενότερα από ό,τι συνήθως πιστεύουμε: διέξοδο μπορούμε να έχουμε μόνο αν την αναζητήσουμε ταυτόχρονα και από τις τρεις αυτές όψεις της κρίσης.   

ABSTRACT
Both genuine green policies and their “sick” counterparts have their historical roots in the 1989-1992 optimistic outlook, when the “Rio consensus” was established and the notion of sustainable development became globally a point of reference.
An inherent potential contradiction in sustainable development had been the tension between the limited capacities of the ecosystems and the constantly expanding demand, by any growing economy, on natural resources. In fact, however, this contradiction had never had any time to unfold, as the rhetoric about sustainable development was quickly countered by the priority governments and corporations were giving to liberalizing international trade and having it decoupled from any social and environmental consideration.
The current dynamics of modern economy are therefore leading to a political climate which strongly favors the emergence of “sick” green policies, both globally as well as on a European level. Two cases of this kind, one concerning global governance and another one from the current Greek national agenda, are anatomized in this article: the Kyoto Flexibility Mechanisms as well as the claim for “sustainable gold mining” in northern Greece.
Economic, social and environmental crises are intertwined to each other more closely than we usually assume. A way out of the crisis can only be achieved if all three aspects are simultaneously tackled.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...